. Η Γενοκτονία συνεχίζεται και όλοι σιωπούν 03/10/2008

Ο Russell Means, μέλος του έθνους των Ογκλάλα Σιού, γεννήθηκε στον καταυλισμό του Πάιν Ριτζ το 1939. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και ακτιβιστής του αμερικάνικου ινδιάνικου κινήματος (American Indian Movement, ΑΙΜ). Ήταν και είναι παρών σε όλες τις ινδιάνικες κινητοποιήσεις από τη δεκαετία του 60. Υπήρξε ο πρώτος διευθυντής του ΑΙΜ, μέλος του Φιλελεύθερου αμερικανικού κόμματος (Libertarian Party), υποψήφιος κυβερνήτης του Νέου Μεξικού και υποψήφιος αντιπρόεδρος των ΗΠΑ στο πλευρό του Λάρι Φλιντ, εκδότη του περιοδικού Χάσλερ. Πλήρωσε τη δράση του με συκοφαντίες, δίκες, φυλακίσεις αλλά και την αναγνώριση των προοδευτικών δυνάμεων στις ΗΠΑ. Στον κινηματογράφο δραστηριοποιήθηκε από τη δεκαετία του 1990. Έπαιξε τον τελευταίο πρόγονο στον «Τελευταίο των Μοϊκανών», το σαμάνο στο Natural Born Killers, έκανε τη φωνή του πατέρα της Ποκαχόντας στην ταινία της Ντίσνεϊ.

Στις ΗΠΑ ήταν γνωστός, όμως, δεκαετίες νωρίτερα, ως ένας από τους μεγάλους ανυπότακτους, ένας επαναστάτης ανατροπέας, αγωνιστής για τα δικαιώματα των Ινδιάνων. Επιθυμεί να τον αποκαλούν «ινδιάνο», καθώς «ντόπιος» (native) είναι όποιος γεννήθηκε στην Αμερική και η λέξη αυτή δεν έχει το πολιτιστικό και ιστορικό φορτίο της λέξης «ινδιάνος». Είναι έγγαμος και παππούς 21 εγγονών. Ο Russell Means, ο ινδιάνος προεστός των Λακότα Σιού, που φέτος αποφάσισε να αποσύρει μονομερώς την υπογραφή των Λακότα από τις συμφωνίες με τις ΗΠΑ, μας μίλησε χωρίς φόβο, αλλά με το πάθος, την οργή και το πείσμα ενός πολεμιστή που αρνείται να χάσει τον πόλεμο. Αποσπάσματα από τη συνέντευξη φιλοξενήθηκαν στο περιοδικό SMS της Sportday. Ολόκληρο το κείμενο θα δημοσιευτεί στο επόμενο “ΑΡΔΗΝ”.

Το ράντσο του βρίσκεται στο τέλος ενός χωματόδρομου χωρίς επίσημο όνομα. Ο ίδιος τον ονοματίζει «Τρελλό Αλογο», από τον μεγάλο Ογκλάλα Σιού Αρχηγό που πολέμησε τις ΗΠΑ τον 19ο αιώνα. Μας υποδέχεται ινδιάνικα: «Καλώς ορίσατε, συγγενείς μου!». Ετσι χαιρετούν οι Σιού το άλλο πλάσμα του Μεγάλου Πνεύματος. Είχε περάσει το πρωινό του προσπαθώντας να αντιμετωπίσει μια κρίση: μόλις είχε παραιτηθεί το 80% της ινδιάνικης αστυνομικής δύναμης του καταυλισμού. Ο λόγος ήταν πως, συνέλαβαν έναν λευκό ναρκέμπορο. Απαγορεύεται η ινδιάνικη αστυνομία να συλλάβει μη ινδιάνο κάτοικο του καταυλισμού. Οπότε, ζητήθηκε από τους αστυνομικούς που παρανόμησαν να εγκαταλείψουν το σώμα. Τους ακολούθησαν, διαμαρτυρόμενοι, πολλοί συνάδελφοί τους. Διηγείται τον ρατσιστικό παραλογισμό και σκέφτομαι πως ερχόμαστε να δούμε έναν πολιτικοποιημένο σταρ του Χόλιγουντ, ένα διάσημο – ίσως σήμερα τον πιο διάσημο- ινδιάνο, έναν ακτιβιστή που το πορτραίτο του από τον Γουόρχωλ έχει ταυτιστεί με την Ινδιάνικη Υπερηφάνεια και συναντάμε έναν άνδρα που προσπαθεί να κρατήσει ότι έχει απομείνει από την αξιοπρέπεια του λαού του παλεύοντας με την απελπισία της καθημερινότητας. Η συνέντευξη ξεκινάει με μιαν αυθόρμητη ερώτηση. Και ύστερα, αφήνεται στο ποτάμι που λέγεται Russell Means. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Συνέχεια...

. Heart Attack Grill 03/09/2008

Στην Αριζόνα, βρίσκεται ένα χαρμπουγκεράδικο αλλοιώτικο από τα άλλα. Ανήκει στο Jon Basso, που δεν είναι γιατρός, αλλά έρχεται πάντα με την ποδιά και το ακουστικό στη δουλειά του και φίλοι και εχθροί τον φωνάζουν «Δρ. Τζον». Ο «γιατρός της πείνας» κρατάει ένα από τα πιο προσοδοφόρα εστιατόρια στην πολιτεία, χωρίς να έχει δώσει ούτε σεντς για διαφήμιση. Πουλάει μόνο ολόπαχα μπέργκερς, τα οποία δηλώνει εξ αρχής ότι είναι «ιδιαίτερα παχυντικά και ανθυγιεινά» και πατάτες τηγανισμένες σε λαρδί «all you can eat». Τα σερβίρει είτε με κόκα κόλα ―πλήρη θερμίδων, αφού «δεν πουλάμε τίποτε λάιτ»― είτε με μπύρα. Ευχαρίστως πουλάει στους πελάτες του τσιγάρα ―άφιλτρα πάντα. Τα χάμπουργκερ του ονομάζονται απλό, διπλό, τριπλό και τετραπλό μπάι πας- αναλόγως τον αριθμό των μπιφτεκιών.

H πρώτη έκπληξη στο Heart Attack grill είναι ο «γιατρός», ο ιδιοκτήτης Jon Basso, ένας τετραπέρατος σαραντάρης που αποδεικνύεται και ..ολίγον έλλην, αφού το 1987 δούλευε μπάρμαν στη Σαντορίνη και θέλει «να πει χαιρετίσματα στο Γιάννη και το Δημήτρη και όλα τα παιδιά στο Two brothers bar» στα Φυρά. Και δεν είναι μόνο το παρελθόν που τον συνδέει με την Ελλάδα: «Εσείς οι έλληνες ξέρετε να ζείτε τη ζωή για τη μέρα. Αυτό θέλω κι εγώ για τους πελάτες μου». (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Συνέχεια...

. Holly Ridge Blues 26/08/2008

To μαγαζάκι του Χόλλυ Ριτζ, μιας μικρής κοινότητας έξω απ” την Ινδιανόλα («πατρίδα του θρύλου των Μπλουζ, Μπι Μπι Κινγκ», θυμίζει η πινακίδα), δούλευε πάνω από έναν αιώνα τώρα. Έκλεισε φέτος, όπως και τόσα άλλα μαγαζιά στις ΗΠΑ. «Σας ευχαριστούμε για 40 χρόνια», αποχαιρετά την πελατεία το κινέζικο του Γκρηνβιλ. Πολλοί εύχονται να ξανανοίξει, και ίσως τα καταφέρει, ίσως είναι παρένθεση ή κόμμα όλα ετούτα. Όμως, το μαγαζάκι του Χόλλυ Ριτζ κλείνει σαν τελεία και παύλα σε ένα από τα πιο συγκινητικά κεφάλαια της ιστορίας των μπλουζ. Κάπου στα 30ς ήταν το στέκι του Τσάρλι Πάττον. Τότε ήρθε να του κάνει παρέα και ο Χάουλιν Γουλφ. Στο παγκάκι έξω από το μαγαζί έπαιζαν παρέα – μαζεύονταν να τους ακούσουν πιτσιρικάδες Τζίμμυ Ρηντ και Γουίλι Φόστερ. Ύστερα, πήραν σειρά στο ίδιο παγκάκι ο Μίλτον Κάμπελ, ο Αλμπερτ Κινγκ, ο γείτονας Μπι Μπι… Μέχρι πέρυσι το μαγαζί ήταν ανοικτό, η προφορική παράδοση ζωντανή. Τώρα, έκλεισε. Περιμένει την αναμνηστική ταμπέλα και όσους θέλουν τον δρόμο εύκολο κι ανοικτό. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Συνέχεια...