από bigfatopinion στις July 27th, 2007
Μια μέρα παραπάνω, στη γη των Χόπι. Δεν θέλω να φύγουμε, να τους αφήσω. Ο καταυλισμός τους μας ανεβάζει πάνω από τα 7.000 πόδια. Αετοφωλιές - πρώτη Μέσα, δεύτερη Μέσα, οι περιοχές που οι περισσότεροι από τους 11.000 Χόπι της Αριζόνας έκτισαν τα σπίτια τους. Πετρόκτιστα, μικρά, στο χρώμα της γης, στεφάνη και κορώνα των γυμνών όγκων που χτίζουν το ένα φαράγγι μετά το άλλο και ορίζουν τη γη των Νάβαχο και των Χόπι σήμερα. Από πάνω, μονάχα αετοί κι ο πατέρας ουρανός.

Οι Χόπι είναι οι ψυχές του Γκραν Κάνυον. Η σχέση τους με τη μυθική τους γη είναι δυνατή και αδιάπτωτη. Ξέρουν αυτή τη γη απέξω. Είναι μισοί θεοί - τους κατοικούν τα πνεύματα των Κατσίνας, που έρχονται από τα βουνά του Σαν Φρανσίσκο για να μπουν μέσα τους την ώρα του ιερού χορού. Χορεύουν αγκαλιά με τους κροταλίες. Τίποτε από αυτά δεν μπορούμε να δούμε. Έκλεισαν τις τελετές τους, τα σπίτια τους, τα χωριά τους στους ξένους αρχές της δεκαετίας του 1990.

Μπαίνουμε στο χωριό από καλωσύνη του Χόπι που μας υποδέχεται. Να πάμε, αλλά όχι φωτογραφίες τους ταπεινούς και τα σπίτια τους. Αρκούμαστε στην αετοφωλιά. Η ψυχή μου είναι γεμάτη - λίγο πριν σκαρφαλώσουμε στην αετοφωλιά περιδιαβαίνουμε την Ζωγραφιστή Έρημο και το απολιθωμένο δάσος της ώρες ολόκληρες και ύστερα περνάμε φαράγγι το φαράγγι από τη γη των Νάβαχο στη γη των Χόπι. Τρώμε χόπι φαγητό στο πνευματικό κέντρο, κλέβω την ναβαχο και χόπι εφημεριδα, διαβάζω που ο μεγάλος αρχηγός αποχώρησε από την εξουσία γιατί έπαθε καρκίνο και αποφάσισε να μη τον πολεμήσει, και να αφήσει τη φύση να κάνει τη δουλειά της - στη γη που οι δολοφόνοι δηλητηρίασαν πριν λίγες δεκαετίες μόλις με πυρηνικά, εκείνος βλέπει τη φύση, Αθώος.
Εδώ, θέλω να μείνω εδώ.
Κοιμόμαστε σε μια τεράστια κατασκήνωση. Βάζουμε πλώρη για το γκραν κάνυον, λίγο πριν ξαναγυρίσουμε στον Δρόμο. Δεν έχουμε χρόνο να δούμε τίποτε πέρα από τρία σημεία πάνω στην οδική περίμετρο του Φαραγγιού. Δεν το περπατήσαμε, δεν πλεύσαμε τον ποταμό, Είδαμε την ομορφότερη καρτ ποστάλ της ζωής μας.

Το Λας Βέγκας ήταν η τελευταία παράκαμψη. Κενό. Ένα τεράστιο, παραφουσκωμένο τίποτε. Τί-πο-τε. Καρναβάλι 365 μέρες το χρόνο - δηλαδή ούτε καν καρναβάλι. Οι μόνες χαμένες ώρες της εκδρομής. Τουλάχιστον να πόσταρα! Αλλά, όχι! Πεντάστερο ξενοδοχείο και γιοκ ίντερνετ. “Δε σε θέλουν στο δωμάτιο, σε θέλουν στο καζίνο να παίζεις”. Δεν παίζω.

Παίρνουμε ταξί για το σώου - σταντ απ κόμεντυ σε άλλο ξενοδοχείο. Ρωσίδα με βαριά προφορά η ταξιτζού μας, χαμογελάει και μας ζητάει μεγάλο τιπ, για τη μικρή απόσταση. Τη ρωτάω από που είναι, πως περνάει, πράμματα τετριμμένα. “Εσείς είστε έλληνες, έχετε κουλτούρα, θα με καταλάβετε. Εδώ δεν έχει τίποτε. Ούτε μουσική, ούτε όπερα, ούτε μπαλέτο - άντε να μας έρθει μια φορά το χρόνο ο καρυοθραύστης. … Τίποτε δεν τους νοιάζει, ούτε να μιλήσουν ούτε να γνωρίσουν κανέναν. Μόνο να παίζουν θέλουν… Δεν βγαίνει εύκολα το μεροκάματο. Η εταιρία μου παίρνει όλες τις εισπράξεις και 23% από τα φιλοδωρήματα. Εδώ δεν έχεις δικαίωμα ούτε να νοικιάσεις ούτε να αγοράσεις ταξί. Μπορείς μονάχα να δουλεύεις για τις εταιρίες. Μας υποχρεώνουν να κάνουμε 12ωρο. Αν θες τη δουλειά πρέπει να ξεχάσεις το οκτάωρο. Δεν υπάρχει νόμος, όχι. Ή δωδεκάωρο ή φύγε, σου λέει”. Τα μόνα δέκα λεπτά που άξιζαν στο Βέγκας, το κορίτσι του ταξί.

Είμαστε στην έρημο Μοχάβε. Η διαδρομή του 66 στην Αριζόνα, στα τελευταία 50 μίλια, είναι η ομορφότερη ως τώρα. Νομίζω η λέξη γκόρτζιους βγαίνει από τα φαράγγια.
Αυριο μπαίνουμε στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, φτάνουμε στη Σάντα Μόνικα, με τη βοήθεια του Θεού. Μέχρι σήμερα έχω οδηγήσει 6.000 μίλια, 9.650 χιλιόμετρα. Από Δευτέρα ξεκινάει η αντίστροφη πορεία, πάλι από ακτή σε ακτή, μόνο πιο ειδική, με τον Κέρουακ στο νου μας. Δε θέλω να τελειώσει αυτό το ταξίδι.
από mirandolina στις July 24th, 2007
Η όμορφη Αλμπουκέρκη πρώτη εικόνα. Δες, εδώ δεξιά! αριστερά, αυτή την ταμπέλα! μήπως να μείνουμε άλλη μια μέρα;

Ηρεμοι. Ως που άλλαξαν όλα. Μπήκα στη Σάντα Φε, Νέο Μεξικό, με δάκρυα στα μάτια. Η ομορφιά. Τόση. Οι ηττημένοι. Εμείς - εδώ. Τρέχανε δάκρυα, συνέχεια, κρυβόμουν, κρυβόμουν μέχρι που πήραμε το δρόμο για το Τάος, χίλια χρόνια εκεί, η ίδια λάσπη το χτίζει και το ξαναχτίζει,
και κει δεν άντεξα, και ξέσπασα σε λυγμούς, εμείς, οι ηττημένοι, το δέος του αληθινού, τα βουνά σου αδελφέ μου, η λάσπη που γινόμαστε μας ξαναχτίζει χίλια χρόνια τώρα
τα βουνά σου σαν τα βουνά μου αδελφέ μου, ψηλα, περήφανα, τόπος φτωχός, φωνάζει το αίμα σου όπως το αίμα μας, πάλι κλαίω , προσπαθώ να πω
προσπαθώ
πήγαμε στη γη των οκτώ φυλών, των πουέμπλο, γνώρισα Ζούνι, Σιού, Τσερόκι, μιλήσαμε για τον Έλβις, τη Sun, το Μέμφις, ο Βασιληάς μας ενώνει
είμαι στη γη των Νάβαχο τώρα
πήγαμε στη Γη των πόλεων του ουρανού, συγγένεια εξ αίματος ο τόσος πόνος, τόση μοναξιά, τόση αγωνία,
πήγαμε στην ετήσια σύναξη όλων των φυλών και την ώρα που χόρευαν το χορό της βροχής άρχισαν χοντρές σταγόνες να πέφτουν από τον πεντακάθαρο ουρανό
Τη ρωμαλαιότητα του βούβαλου, την περηφάνεια του αητού, την πονηριά του κογιότε φορούσαν ιεροί οι ανέγγιχτοι

“παρακαλούμε σεβαστείτε - μην αγγίζετε τους χορευτές, δεν πρόκειται για φιέστα αλλά για ιεροτελεστία”
“παρακαλούμε εισέρχεστε ντυμένοι κόσμια - δεν επιτρέπονται κοντά - σορτς- τιραντάκια”
παρακαλούμε μια στάλα αξιοπρέπεια, την περηφάνεια που μας κλέψατε παρακαλούμε
οι νικητές πήγαν και θάψανε το γενοκτόνο Κιτ Κάρσον δίπλα στο Τάος - Να Μη Ξεχνάτε Ποιός Σας Έκλεψε Τη Γη και τη Ζωή, Προσκυνημένοι
Απροσκύνητοι

Τα αγόρια ραπάρουν ερυθρόδερμο ραπ της οργής
Η Ευθεία Βολή, η Σιού που πλέκει σταυρούς, γελάει γενναιόδωρη
Το μικρό παχουλό αετόπουλο σκοντάφτει
αβέβαια τα βήματα που χίλιες φορές τον έβαλε ο πατέρας να κάνει

σκοντάφτει μα ξανασηκώνεται αετόπουλο
Στη γη των Νάβαχο - πάρτε κόσμε ασήμι και υφαντά
Στη γη των βορείων εθνών - στολίστε τυρκουάζ το λαιμό σας
Στη γη των Ακόμα - πάρτε κεραμικά
Πληγωμένα βλέμματα και δάκρυα, τόσα δάκρυα, έχουν ποτίσει τα βουνά θρήνο αδελφέ μου, έχουν ποτίσει αίμα, τα βουνά σου, τα βουνά μου
λυγμοί πάλι
Στα φαράγγια και τις μυστικές λέξεις της πέτρας
στο Νέο Μεξικό, στην Αριζόνα.
Σου ξαναγράφω, το άλλο πρωί. Εδώ πρωί και άλλο.
Τα φαράγγια διαδεχονται το ένα το άλλο. Οι τεράστιοι λίθινοι όγκοι φέρνουν στο νου ταινίες, τραγουδια, βιβλία. Και ύστερα ο νους αδειάζει και τίποτε άλλο δε χωρεί παρά ο ουρανός και η γη. Τα σκλαβωμένα έθνη που ζουν εδώ, είπαν μάνα τη γη και πατέρα τον ουρανό με μόνο όπλο το βλέμμα. Πήραν το χώμα και το έκαναν κοινότητα, ανοίγουν την πόρτα τους στον ξένο ακόμη μα πληγωμένοι, αγέλαστοι. Παιδιά αγέλαστα. Όλα αγέλαστα. Το χάδι και η γλυκειά κουβέντα τα τρομάζει - μη πάρεις τίποτε από τον ξένο, ότι γυαλίζει είναι το μαχαίρι που θα σε σκοτώσει.
Κοιμηθήκαμε στο Χόλμπουργκ της Αριζόνα. Εκεί που είναι το ξενοδοχείο με τα τσιμεντένια τιπί. Σε λίγο, πλώρη για την χρωματιστή έρημο και το απολιθωμένο δάσος. Πάλι στη ρουτ το απόγευμα, ύστερα Φλαγκστ, Αριζόνα (and don’t forget Winona).
Το ποταμάκι που περνά κάθετα στη 66, εδώ πιο έξω, το λένε Lithodendron.
Δεν ησυχάζει η καρδιά μου από τον πόνο.
από mirandolina στις July 22nd, 2007
Λάξουρυ ινν, Αμαρίλλο. Κάποτε φιλόδοξο, τώρα ντεκαντάντσα στις απαρχές της, αλλά με όλα τα κομφόρ- αίθουσα συνεδριάσεων, μεγάλες κάμαρες, γραφείο, καλωδιακή, ίντερνετ, ως και σάουνα στο δωμάτιο. Η πόλη κοιμάται ως αργά την Κυριακή. Τα μπαρ είναι κοντά στο σημείο που ενώνονται οι δύο διαπολιτειακοί αυτοκινητόδρομοι που κόβουν την πόλη στα τέσσερα. Η πόλη κοιμάται γιατί χτες βράδυ τα κοπάνησε, κατεβάζοντας τόνους μαργαρίτες.

Ξανά στο ράντσο των Κάντιλακ - τα σπρέι ανά χείρας, για σένα ΠΑΟΚάρα μου κοσμοξακουσμένη! Στην είσοδο προσέχω χαρλεά, με γενειάδα ΖΖΤοπ και βάλε, υπέροχο γιλέκο με τον αμερικάνικο αετό τρικολόρε και τεράστια σκανδιναβικής ωραιότητος κυρία στο πλευρό του. Τι γνησια αμερικάνικη φάτσα, σκέφτομαι. “Από που πήρατε το γιλέκο;” ρωτάω. Από την Ελβετία, απαντά η κυρία. Ο ίδιος αποφεύγει τα πολλά αγγλικά, τα γερμανικά είναι η γλώσσα του. Στερεότυπα και ανατροπή - να το ταξίδι. Οι πιο γνήσιοι αμερικάνοι που συνάντησα ήταν από αλλού.

Βόλτα στο κέντρο και από κει στο μαγαζί της δίκιλης μπριζόλας. Κοίτα να δεις τι τρέχει:
Αυτό το μαγαζί -τεξανικό κιτς ποίημα, κάποτε στη ρούτ 66 - μοιάζει με σαλούν (συν κατάστημα δώρων, κουλοχέρηδες, ζαχαροπλαστείο, τραπέζια άνετα για να χωρούν οι αμερικάνοι των 200 κιλών). Λέγεται “Μεγάλος Τεξανός” και έχει τα πιο μεγάλα στέηκς του κόσμου. Το μεγαλύτερο που σερβίρει είναι 2 ουγγιές, δηλαδή κάπου δύο κιλά. Το σερβίρει σε ένα τραπέζι στο κέντρο της κεντρικής αιθούσης, δίπλα στο οποίο βρίσκεται ένα μεγαλο, ψηφιακό ρολόι. Συνοδεύεται με πατάτα φούρνου, σαλάτα, ψωμί, βούτυρο και κατιτις ακόμη, και αν καταφέρει ο πελάτης να τη φάει σε λιγότερο από μία ώρα κερνάει το κατάστημα. Όποιος δεχθεί την πρόκληση, μεταφέρεται στο ψευτοσαλούν με τεξανική κερασφόρο λιμουζίνα. Μες σε τριάντα-σαράντα χρόνια που λειτουργεί το πράμμα, δοκίμασαν τον τρομερό άθλο 42.000 και πέρασαν τις εξετάσεις οι οκτώ χιλιάδες. Σήμερα το πρωί, γύρω στς 11.30, ένας ακόμη εθελοντής ανέβηκε το σκαλί και το κόκκινο ρολόι άρχισε την αντίστροφη μέτρηση. Περιττόν να αναφέρει κανείς τον πανζουρλισμό που ακολούθησε…

Πήραμε τη ρουτ66. Νέο Μεξικό. Ήξερα πως θα το αγαπήσω , το ήξερα από την Αθήνα ακόμη, τότε που ξεφυλλίζαμε τους οδηγούς, τα φωτογραφικά άλμπουμ, το ίντερνετ. Αγροτικοί δρόμοι, τοπίο φωτιά και ολόρθα ηλιοτρόπια κόντρα στον άνεμο και την σκόνη. Κόκκινη Γη των κόκκινων ανθρώπων. Μίλια γη και ουρανός τόσο κοντά. Πάλι ο ουρανός.. Μεταξύ ουρανού και γης, τα “μουουου” του γνωμοδότη που, αφού φάει τα στεηκς μετα εχει τύψεις - όχι σαν εμένα την ανάλγητη!

Η Τουκουμκάρι εχει κρατήσει από τη ρουτ και έχει τιμήσει με ένα εντυπωσιακό μνημείο το δρόμο που της έφερε την ευημερία. Οι πινακίδες, τα κτίρια, ο πλατύς καλοφτιαγμένος δρόμος, το La Cita με το μεγαλο μεξικανικο καπελο του και πιο πολύ το γαλάζιο χελιδόνι - ίσως η πιο όμορφη ταμπέλα από όσες σώζει η ρουτ.
Παράκαμψη για το Φορτ Σάμνερ. Εκεί είναι θαμμένος ο Μπίλλυ δε Κιντ. Και ύστερα πάλι στο δρόμο, και φαγητό σε μεξικάνικη καντίνα στη Σάντα Ρόζα. Τσίλι κον κάρνε ή “a bowl of red” για μένα, τσιμιτσάγκα για τον γνωμοδότη (δεν πιάνει και πολύ μπρος σε κείνες της Γλυφάδας, λέει…). Ζητάω το αναψυκτικό μου χωρίς πάγο και αντιμετωπίζω το περίεργο βλέμμα της σερβιτόρας. Μα τι παράξενοι αυτοί οι ξένοι!
Είμαστε στην Αλμπουκέρκη, δίπλα στο Ρίο Γκράντε. Τον είχα ξεχάσει τελείως - ασυγχώρητη! λίγα ποτάμια κουβαλούν τετοιο θρύλο. Ανάμεσα σε αυτόν και τον Πέκος, η άλλη Μεσοποταμία, αυτή του Στακαμάν.
από mirandolina στις July 21st, 2007
I’m going to Abilene, I’ve never been στον αη-Ποντ και στο δρόμο. Δύο μέρες μείνανε στους δρόμους του Τέχας, ύστερα πιάνουμε πάλι την route 66 - από το Αμαρίλλο που κι οι μεξικάνοι το λένε Αμαρίλλο και κανείς δε θυμάται πως κάποτε ήταν Αμαρίγιο. Που είναι το δικό μου Τέχας; Γιατί μόνο η μουσική το σώζει;

Μου αρέσει να τρώμε στο δρόμο. Η Νόρα φτιάχνει φαχίτες και μεξικάνικα αυγά για τους εργάτες και τους νταλικιέρηδες, δική της σάλτσα, ότι πάρετε ενάμισυ δολάριο, ντροπαλοσύνη και χαμόγελα. “Έχετε ένα ελληνικό νόμισμα να μου δώσετε; μαζεύω νομίσματα”. Αξέχαστη - μαζί με τον μεξικάνικο φούρνο, στον ωραίο Σαν Άγγελο - λίμνη, ποτάμι, ήρεμη ζωή, Φέρτε πίσω τους Στρατιώτες μας.
Δεν έχουν πολυδεί τουρίστες στα περισσότερα χωριά που σταματάμε. Και, “τι κάνετε εδώ πέρα;” και “Πως είναι η χώρα σας;”και “Θα ταξιδεύετε όπου σας βγάλει ο δρόμος, ε;” με λίγη ζήλεια και λίγο θαυμασμό, αγόρια που εν αγνοία τους είναι ο μικρούλης Τζακ στην πόλη του Μπάντυ, λίγο πριν αλλάξουν τη ζωή για πάντα.
Στο Λάμποκ πήγε ο Έλβις το 1955. Τραγούδησε εκεί ένα βράδυ όλο κι όλο στην καριέρα του. Λάμποκ Τέξας, εκεί που τα κορίτσια έχουν δυό ονόματα - Ο Βασιληάς, For one night only. Αρκούσε για να γεννηθεί η Πεγκυ Σου, Ω Πέγκυ, μάι Πέγκυ Σου, να βρω ποιά μέρα θα πεθάνω, να πολεμήσω το νόμο χωρίς να με νοιάζει αν θα νικήσει. Στο κοινό ήταν ο Μπάντυ. Που έφτιαξε τους Κρίκετς που θαύμαζαν οι Μπητλς και γι’ αυτό διάλεξαν το όνομα ενός εντόμου. Που τραγούδησε ο Φιλ Οξ με το χρυσό κοστούμι - τον Ελβις και τον Μπάντυ με τους Κρίκετς και τέρμα. Που ο Ντύλαν τον βλέπει σε οράματα, να του δίνει την ευκούλα του, αυτός ο Χόλλυ του Ροκ εν Ρολ. Που ο Κοστέλλο έψαχνε μήνες να βρει ίδια γυαλιά με τα δικά του και, μη γελάσετε, το ίδιο κι εγώ- χρόνια πίσω από τα πλατώ με την ιερή μάσκα, τα τετράγωνα γυαλιά του και τη σβερκάδα καθαρή, στην τελετή της πρώτης αθωότητας.

Στο Λόμποκ παίρνουμε την Λεωφόρο Μπάντυ Χόλλυ, πρώτη παράλληλη από τη λεωφόρο των Γρύλλων που γέννησαν Σκαθάρια, ύστερα στροφή στην Μπρόντγουέη για να βγουμε στην Πανεπιστημίου. Εκεί που στήσανε το άγαλμα του. Ο Χρήστος θα γελάει τώρα, που να το φανταζόμουν και που να το φανταζόταν, ότι, αυτό το αγόρι που με έκανε να κλαίω πάντα την 3η του Φλεβάρη, αυτό για το οποίο με είχε πεθάνει στο δούλεμα τότε που ακόμη στήναμε το Μουσικό Εξπρές της αλήθειας και της αθωότητάς μας, τώρα θα το επισκεπτόμουν σπίτι του, ακίνητο και δοξασμένο αλλά πάντα εδώ.
Στο ραντσο των Κάντιλακ παίρνει το πρόσταγμα το Αφεντικό. Κανένα δίσκο δεν αγάπησα όπως το Ρίβερ. Όλα του, μα λίγο πιο πολύ το ποτάμι της γης των ποταμών, όσα μοιάζουν περισσότερο ωμά, περισσότερο ανεπεξέργαστα, περισσότερο ροκ Εν Ρολ. Cadillac, Cadillac, shiny and black… Νυχτώσαμε στο Αμαρίλλο, το ρόδο του Τέξας.

Δεν ανησυχώ για το χάρτη. Με οδηγεί το μελαχροινό αγόρι που πουλούσε καρπούζια από την καρότσα του ντατσουν. Σε μισή ώρα βγαίνουμε πάλι στο δρόμο. Καλή σας μέρα Y’all, κατα πως είπε ο Ουώλτ Ουίτμαν και θυμήθηκε ο Δημήτρης.
από mirandolina στις July 20th, 2007
Θυμάμαι το Τρίο της Μπελβιλ. Όλα σε τούτη τη χώρα είναι μεγάλα. Στην Αμερική όλα είναι μεγάλα. Στην Αμερική που λένε: Στο Τέξας όλα είναι μεγάλα. Ακόμη πιο μεγάλα.
Όλα. Τα σπίτια. Τα σερβις ρόουντζ. Οι καλύβες από ξύλα. Τα αυτοκίνητα. Τα ντατσουν. Οι φάρμες. Οι μερίδες του φαγητού. Οι σωματότυποι των ανδρών. Τα στήθη των γυναικών. Η πρώτη εικόνα Τέξας - Don’t mess with Texas!

Στο απολιθωμένο βενζιναδικο δίπλα, σε ενα καφε Est 1929, τρώμε το πρώτο τεξάνικο τσίλι. Λίγο πριν η πινακίδα μας καλοσωρίζει στην “υπερήφανη πατρίδα του Προέδρου Τζωρτζ νταμπλγιου Μπους”.
Ωστιν. Στο little longhorn ο Τζερρυ Λη χορεύει με μια λεβεντοπούλα. Roots night, rockabilly. Η μπάντα αστέρι, παίζει εδώ κάθε Τρίτη. Εχουν το κοινό τους. Αληθινή νύχτα - αληθινή μουσική. Τραγουδάω Χανκ Ουίλιαμς με το μελαχροινό αγόρι που λαδώνει τη νοσταλγία και τον τρυφερό λυγμό της παράδοσης στα μαλλιά του.
Πίνουμε μπύρες λόουν σταρ. Στα σπίτια, το αστέρι της πατρίδας είναι συχνότερο από τις γλάστρες. Παντου το αστέρι. The lone star state. Το Τέξας είναι άλλη χώρα. “Πολλοί τεξανοί θα ήθελαν να ξαναγίνουμε ρεπάμπλικ” λένε οι τεξανοί κομμουνιστές φίλοι μας. Γελάω με την ανταρσία ενάντια στα στερεότυπα - ακόμη και στα τόσο εμφανώς δίκαια στερεότυπα του Τέξας. Δες: κοιμάμαι σε ένα δωμάτιο με τον Τσε Γκεβάρα στον τοίχο, δύο μίλια από το καπιτώλιο της αλλοτινής δημοκρατίας.
Ροζ μάρμαρο, οι σφραγίδες του τεξανού έθνους. Ανοικτή η συνεδρίαση της Βουλής. Ανοίγει με (χριστιανική, προτεστάντικη) προσευχή και όρκο προς τη σημαία. “Αν ως τώρα είσασταν στη ζώνη της βίβλου, πατώντας στο Τεξας πιάσατε την αγκράφα”. Κοιτάμε τους τοίχους και θαυμαζουμε την μανταμίτσα κυβερνήτη, που λίγο παλιότερα μας είχε συστήσει ο Ακίνδυνος - If it’s good enough for Christ, it’s good enough for me. Καταρρακτώδεις βροχές - λίγο πιο έξω πλημμύρες, 20 ζωές αυτό το μήνα χάθηκαν μόνο στην περιοχή γύρω από το Ώστιν.
Μούσκεμα. Τροπική καταιγίδα, αληθινή. Βγαζουμε τις πετσέτες από το αυτοκίνητο, να γίνουμε άνθρωποι. Στο δρόμο για το Σαν Αντώνιο ακούμε τραγουδια για το Σαν Αντωνιο. Εδώ το λένε ΣανΑντόν. Remember the Alamo. Μου μοιάζει όμορφο, σε αυτή την λίγη ώρα, λίγη βόλτα. Θα ζούσα εδώ. Θα ζούσα εδώ; Πατάω γκάζι για το Λάνγκτρι. Ο νόμος δυτικά του Πέκος. Μα πρώτα, το φαράγγι των Σεμινόλες και το μαγευτικό φαράγγι του Πέκος. Του ποταμού που όριζε από ποιά πλευρά θα είχε εξουσία ο Δικαστής Ρόυ Μπην.

Ενα άλλο Τέξας στα σύνορα. Άλλοτε Tejas κι άλλοτε Texas. Ψυχή για χιλιόμετρα. Μόνο ο ήχος από το αμάξι. Miles and Miles of Texas. Από το Λάγκτρι μας βγάζει ο αγροτικός 1024 στο χωματόδρομο κοντά στο Παντάλε. Πενήντα μίλια δρόμος- ρέμα, συν καμμιά 30ρια ο 2083, επαρχιακοί, με κέντρο την πόλη-φάντασμα των ίσως 20 κατοίκων… Το τοπίο, οι γέφυρες, το ποτάμι, ο ουρανός, ο ήλιος, τα ράντσα… Το ένα μετά το άλλο. Το άλλο Τέξας.

Στο Οζόνι πιάνουμε κουβέντα με μια 12χρονη με ύψος 1.80 - “από που είστε;”. Δεν έχει ξαναδεί έλληνες - σπανιότατα βλέπει ξένους. Μας σερβίρει μπριζόλες στο Χίτσιν’ πόιντ, το μπαρ / μπιλιαρδάδικο / εστιατόριο των γονιών της. Θα κοιμηθούμε στο Σαν Άντζελο. “Α, εκεί έχει Ουόλμαρτ”. 85 μίλια μακρυά έχει Ουόλμαρτ και Μακ Ντόναλντ - τα ματάκια της λάμπουν.

Αγαπάει το Τέξας, θέλει να δει τον κόσμο. Δεν πολυσυμπαθεί τις ΗΠΑ - λέει “εμείς κάποτε είμασταν δημοκρατία, η δημοκρατία του Τέξας, και μπορεί ίσως πάλι…” και σταματάει απότομα και κοιτάει τη μεγαλύτερη γκαρσόνα και η κουβέντα τελειώνει εκεί. Στην καρδιά του Τέξας υπάρχει μόνο το Τέξας.
Φοράω τρεις μέρες σκόνη, διψάω συνεχώς, τσούζουν τα μάτια μου μα θα ήθελα, θα ήθελα να έχω ένα άλογο και όλο το χρόνο του κόσμου, να ταξιδέψω πάλι δυτικά του Πέκος. Ευχαριστώ που τώρα ξέρω πως και γιατί ο Λούκυ Λουκ αγάπησε τόσο τη Ντόλυ κι η Ντόλυ το Λούκυ. Και ακόμα ξέρω πως όποιος πορεύτηκε μες στο άγριο τοπίο της Δύσης και πέρασε καβάλα τον Πέκος για να φτάσει στην πόλη-ύμνο στην ομορφιά της Λίλλης Λάνγκτρυ είχε δικαίωμα σε άλλους νόμους.
από mirandolina στις July 17th, 2007
Το μεγαλύτερο χρηματιστήριο ζώων στον κόσμο, η σύγχρονη εμποροπανήγυρις, γίνεται στην πόλη της Οκλαχόμας. Δεκάδες πανέμορφα ζώα, καλοθρεμμένα, ζωηρά, με βλέμμα λαμπερό και τα διακριτικά της ράτσας τους ξεκάθαρα, περιμένουν υπομονετικά στα πρόχειρα κελιά σταυλισμού, πριν η βουκέντρα τα οδηγήσει μπροστά στους ραντσερς, που αύριο θα τα μεταφέρουν σε μονάδες εντατικές, μα τώρα σηκώνουν το χέρι τους εκδηλώνοντας ενδιαφέρον για αυτά τα πλάσματα πουως τώρα μεγάλωναν ελεύθερα στα λιβάδια. Ο υπεύθυνος της δημοπρασίας τραγουδάει ένα τραγούδι μυστικό, που μόνο οι γελαδάρηδες κι οι ραντσερς κατανοούν. Στη μουσική του ξεχωρίζουν αριθμοί, τα χέρια σηκώνονται διακριτικά, σχεδόν αδιόρατα μα εκείνος τα βλέπει, διαβάζει σε αυτά τη μοίρα - τα ζώα αλλάζουν χέρια, οδηγούνται υπομονετικά έξω πάλι, και ύστερα στα ειδικά φορτηγά και τις διώροφες νταλίκες, έτοιμα για πάχυνση.

Γύρω από την Ζωοπανήγυρι, το στοουκγυαρντ, μαγαζιά με καουμπόυκα καπέλα, πουκάμισα, υπέροχες αγκράφες για τη ζώνη, στρινγκ τάιζ με το άστρο του σερίφη, μπότες, σπηρούνια και καυτές σέλες. Κάθε βδομάδα κάποιο από τα χωριά έχει ροντέο. Οι καουμπόυδες - μεξικάνοι, ινδιάνοι, ρεντνεκς- ντύνονται, στολίζονται και αντέχουν δέκα λεπτά στην πλάτη του αλόγου. Φτωχά αγόρια - το παραμύθι ζει μαζί τους. Από την άλλη οι ράντσερς. Με τα ακριβά αρμάνι κοστούμια και τα ακόμη ακριβότερα κάστομ μέιντ “καουμπόυκα” καπέλα. Να τρώνε λίγο πιο πέρα στο Κατλμεν’ς - το ινστιτούτο της τρυφερής μπριζόλας (”το ωραιότερο στέηκ που έχω φάει ποτέ στη ζωή μου” είπε ο γνωμοδότης, που δε φημίζεται για τη μνήμη του).
Μια ώρα οδήγημα, να πάμε κει που γεννήθηκε ο Γουντυ Γκαθρυ. Βουρκωμένη όλο το δρόμο - η κοιλάδα της Χαράμα και Η σφαγή του Λάντλοου στον Αη-Ποντ, μεγάλη η χάρη του. Έκρυβα τα δάκρυα, μα με πρόδωσαν γιατί δεν μπορούσα να βγω από το αμάξι. Μόλις τελείωσε το φολκ φεστιβάλ που γίνεται προς τιμήν του. Στο μνημείο του βρίσκουμε μια ελληνική σημαία - ποιός πέρασε, ποιός την έφερε εδώ, ποιός την κάρφωσε στο χώμα των ματωμένων του γονάτων; Ενας ντόπιος ξυλογλύπτης στολισε το οικόπεδο που κάποτε ήταν το σπίτι του με ένα ξυλόγλυπτο. Ρωτάμε οδηγίες. “Κανένας δε νοιάστηκε για το σπίτι του, δεν το έσωσαν, κι όμως το θυμάμαι μικρός, πήγαινα και κρυβόμουν εκει μέσα”.

Αυτή η γη είναι η γη σου αυτή η γη είναι η γη μου - μεγάλωσε στη γη των ιθαγενών, των ινδιάνων. Το χωριό του Γούντυ είναι χωριό των Σόννυ. Τους συναντάμε στο καφενείο, μακρυές κοτσίδες, σαγιονάρες, αγέλαστα πρόσωπα, πουρές και τσίλι. Πιο πέρα είναι οι πέντε πολιτισμένες φυλές, η περιοχή των Σοξ, των Κρηκ, μετά των Τσερόκυ και των δακρύων, ύστερα των γουιτσίτα. Η Οκλαχόμα γιορτάζει έναν αιώνα. Πριν την έλεγαν περιοχή των συνόρων ή Περιοχή των Ινδιάνων.
Έχω ένα μπούα μέσα μου, που λέει και η Μαφάλντα. Τα δάκρυα των Τσερόκυ και των δρόμων που βαδίσαμε με το πιστόλι στον κρόταφο δεν τελειώνουν.
Η Οκλαχόμα είναι όμορφη. Της πάει το μούχρωμα. Αύριο πλώρη για το Τέξας - η πρώτη μεγάλη παράκαμψη.
από mirandolina στις July 16th, 2007
Το κομμάτι της ρουτ που ανήκει στο Ιλινόι είναι κράμα μπίζνες και νοσταλγίας - περίεργο κράμα. Καλή σήμανση, σειρές νυσταγμένες πόλεις που ελπίζουν στο νοσταλγικό δολάριο και χάρη σε αυτό διασώζουν όσα αξίζουν να διασωθούν. Μάλλον όσα φτάσανε ως εδώ και πληγώνουν τρυφερά - τα πιο όμορφα ή χάθηκαν ή έζησαν από εκείνο το παράξενο πείσμα όσων πιστεύουν πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο, ακόμη κι αν είναι αμερικάνοι βλάχοι με πειραγμένα αμάξια που μαζεύονται στη 66 για κάποιο νάσκαρ αγώνα. Είχες δει το Cars; θυμάσαι τις διαδρομές στη 66;
throu Saint Louis
Μπαίνοντας στο Μιζούρι, φτάνοντας στο Σαιν Λούη, πριν την οκλαχόμα σίτυ που είναι σο πρίττυ.. Η συνήθεια χτίζει την ιεροτελεστία. Στο Μπρεντ για σούπα - το καρβελάκι μίκρυνε, είναι τα δύο τρίτα του παλιού, η κρεμμυδόσουπα παραμένει καλή αλλά η κοτόσουπα με νουντλς ηταν για πέταμα. Αυτά κάνει η επέκταση/τυποποίηση/εξαπλωση/ φραντσάιζ… Αντίο ΜπρεντΚο, ζήτω ο Τεντ Ντρου που κρατά ψηλά τη σημαία της ποιότητας και αρνείται την καταστροφή που βαφτίζεται “επιτυχία”..

Φύγαμε από τον Αη-Λούη απόγευμα, οδηγήσαμε την υπέροχη διαδρομή. Ο δρόμος της μιας λωρίδας, μες από το πράσσινο και τις κωμοπόλεις, όπου η 66 κρατιέται σε αρκετά καλή κατάσταση.
Ξέχασα να σου πω! Λίγο νωρίτερα συναντηθήκαμε με το Tour de Donut, ποδηλατικό αγώνα κατά τον οποίο ο κάθε συμμετέχων έχει πέντε λεπτά χρόνο μπόνους για κάθε ντόνατ που θα φάει στη γραμμή εκκίνησης ή κατά τη διάρκεια του αγώνα. Αριστούργημα!

Joplin, missouri
Λίγο πριν το Τζόπλιν, περάσαμε το βράδυ στο πιο άθλιο μοτέλ που έχω μείνει στη ζωή μου. Η μυρωδιά της μούχλας, η εγκατάλειψη σου χτυπούσε στα ρουθούνια, η δυστυχία των ανθρώπων, που ήρθαν εδώ με όνειρα για να τα δουν να θάβονται σε μια πόλη ξεχασμένη και αδιάφορη, εμφανής..
Στο χωριό της Μπελ Σταρ βρήκαμε ένα παλαιοπωλείο μούρλια - κασσετίνες 45άρια με τιμές χαμηλές σε σχέση με την αξία τους (ναι, βρε, σου πήρα!), τζουκ μποξ του 40, σερβίτσια του 50, αφίσες του 60, θήκες και όπλα από το ουάιλντ ουέστ, καρέκλες και μηχανές από τα ράντσα… Το ήθελα όλο!
13,6 miles of Kansas
Είμαστε στη Δύση. Οι πόλεις θυμίζουν ουέστερν. Σαν τη Γκαλένα. Περιμένεις να σκάσει μύτη από τη γωνία ο Τζακ Πάλανς, με τα χέρια δέκα πόντους από τα εξάσφαιρα, το βήμα αργό, τα σπηρούνια να χτυπάνε με ένα υπόκωφο μεταλλικό ήχο. Τα 13,6 μίλια ρουτ66 του Κάνσας. Τα μισά να περνούν δίπλα από το φάντασμα της Καλαμίτυ Τζέην, τα άλλα μισά χωματόδρομος ως την άκρη του ουρανού. Στο τέρμα, ο Τομ που φτιάχνει αυτοκίνητα μες στην ερημιά του Θεού μας δίνει οδηγίες και μας εύχεται να Have Fun.

cities the song doesn’t name
Οκλαχόμα. ΟΚΛΑΧΟΜΑ. Αγαπάω Οκλαχόμα - 100 χρονώ κορίτσι ακόμα. Ινδιάνοι Μιάμε και Φοξ, ήρεμη Τάλσα, ευγενικοί άνθρωποι. Ανοιχτωσιά κατόπιν. Γελάδια -υπέροχα, πανέμορφα, υγιέστατα ζώα, ένας αληθινός θησαυρός-, γελάδια, λιβάδια, ανοικτός ουρανός, συρματοπλέγματα, νερότρυπες -λίμνες, φάρμες και ράντσα, σκόρπια σπίτια εδώ και κει, μικρά κέντρα των πόλεων, Εντμοντ, Τσαντλερ, Στραουτ, Μπρίστοου, μια μπουκιά στο Ροκ Καφέ που έχει 69 χρόνια πάνω στο δρόμο 66, δυό φωτογραφίες στο βενζινάδικο της Τεξακο. Α, και ο Εντ με το Biggest Totem Pole of the World και τα 400 βιολιά - το καθένα από άλλο ξύλο-, ο Εντ σφραγίδα στην ινδιανοποίηση όσων κρατάμε από παλιά γενιά. Ο συγκινητικός Εντ - όσο κι ο Ινδός που μας υποδέχεται ενθουσιωδώς στο πεντακάθαρο μοτέλ Ρήτζενσυ του Ρένο, αν και απορεί τι κάνουμε εδώ πέρα και γιατί δεν πάμε στην Ινδία που είναι τόσο όμορφη χώρα - μα κάτσε να σου δείξω φωτογραφίες, μα, να πάτε να φάτε ινδικό φαγητό όχι αυτά που τρώνε εδώ!
Μακάρι κάποτε η Ιθάκη να του δώσει το ωραίο ταξίδι.
And oklahoma city is mighty pretty
Έτσι λέει το τραγούδι, δηλαδή -πάω να δω μονάχη μου τώρα, αφου περάσουμε από τον τόπο που γέννησε το Γούντυ που γέννησε το Ντύλαν. Όκιζ ρουλ.
από mirandolina στις July 14th, 2007
Σήμερα πιάσαμε το δρόμο. Πρωινό στου Λου Μίτσελ, Σικάγο - εκεί, με μια ομελέτα απο ελληνικά χέρια ξεκινάει ο Δρόμος για όλους τους σιξτυσίξερζ. Εκεί και μεις - γειά σου θείε Λου με τα ωραία σου! Ύστερα από τη Τζάκσον στην Όγκντεν Άβενιου και στο δρόμο με το γραμμόφωνο να παίζει διασκευές του Get your kicks τη μία μετά την άλλη. O δρόμος περνά από το Τζόλιετ του Τζόλιετ Τζέηκ και του Τζακ - ακόμη ήσυχο και καταπράσσινο…
“…I took a bus to Joliet, Illinois, went by the Joliet pen, stationed myself just outside town after a walk through its leafy rickety streets behind, and pointed my way.”

Στο παγωτατζίδικο, δίπλα στο δημοτικό πάρκο, οι αδελφοί μπλουζ αναρωτιόταν αν τους αγαπάμε.
Σμολ τάουν αμέρικα το λένε εδώ. Η Αμερική που βγάζει πρόεδρο (εντός ολίγου) και διαγωνίζεται για την “πιο αμερικάνικη πόλη”, την πιο μεγάλη κολοκύθα και τα σεντς όσων ταξιδεύουν τον ιστορικό δρόμο. Η μία μετά την άλλη οι μικρές πόλεις της διαδρομής αναπαλαιώνουν και ομορφαίνουν το δρόμο, θυμίζοντας πως γι αυτό πλήρωσαν κάποιοι καταστηματάρχες από το νταουντάουν - σπανιότερα οι ρομαντικοί των ενώσεων διάσωσης της 66ης διαδρομής. Από δίπλα, πινακίδες υπερ της οπλοκατοχής να ξεπροβάλλουν μες απ τα βαμβακοχώραφα - έχει και ο ρομαντισμός τρίτο δρόμο, ειδικά αν η ρίζα του βρίσκεται στην άγρια δύση.
Κάναμε μια παράκαμψη ως την Ουρμπάνα - να φιλήσουμε τους συντρόφους. Ύστερα πίσω πάλι. Εκεί που οι γυαλιστερές καινούριες πινακίδες ζητάνε το δολάριο του νοσταλγού, οι κοιμισμένες πόλεις ένα λόγο να ξυπνήσουν.
Εκεί που οι παλιές, γρατσουνισμένες, σκονισμένες πινακίδες ζητάνε επίμονα το μερτικό τους στην ιστορία αυτού που πρώτος ο Στάινμπεκ ονόμασε “Μητέρα-δρόμο” - “Η μητέρα όλων των δρόμων” το μεταφράζει ο Γνωμοδότης μα λέω πως όχι, είναι δρόμος μητέρα, ο δρόμος που γεννοβολάει λόγο, μουσική, οργή, ανταρσία, ελπίδα και θάνατο. Η κίνηση - από την ανατολή στη δύση. Ετσι ξανά.

Σταματήσαμε στο Λίτσφιλντ. Φτηνό μοτέλ και σινεμά με πεσμένους σοβάδες, “matinees 3.50″. Walmart και ξυνόμηλα για βραδυνό - λίγη δροσιά μες στη σκόνη. Τα σπηρούνια μου ξεκουράζονται στο διάδρομο. Η βενζίνη έπιασε 3.59 στο μιντουέστ… Αύριο, Τεντ Ντρου, η γωνία 61 και 66 και ο δρόμος για την Τάλσα. Κοιμάμαι ήσυχη τα βραδυα. Και χαμογελάω.
από mirandolina στις July 11th, 2007
Είμαστε στη βεράντα ενός μικρού “σπιτιού”, φτιαγμένου από κορμούς δέντρων. Ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, εξω η βεραντούλα, ο πάγκος… Τζιτζίκια γύρω, μυρμήγκια περπατούν στην οθόνη. Από το πρωί στο δρόμο.
Φύγαμε από τη ΝΥ κατα τις 12 το πρωί. Το προηγούμενο βράδυ την αποχαιρετήσαμε από ψηλά, στον εβδομήντακάτι όροφο του Ροκφέλερ Σέντερ. Τα φώτα της πόλης χάνονται μακριά στον ορίζοντα, αφήνοντας εκατοντάδες επισκέπτες και εμάς μαζί, να προσπαθούμε να χωρέσουμε την ουσία της σε ένα βλέμμα.

Σταθήκαμε στο Πενν στέητ στο δρόμο μας για το Μίσιγκαν. Περαστικοί από ένα τόπο καταπράσσινο, γεμάτο δάση. “Από αυτά περνούν οι αμερικάνοι και σου λένε, τι προβλήματα με το περιβάλλον μας λέτε, εδώ ο κόσμος είναι καταπράσσινος“, είπε ο Γνωμοδότης. Βουνά, μικρές κοιλάδες, δέντρα πυκνά, αδιαπέραστα. Στη μέση του δάσους οι παράγκες από τους κορμούς, δίπλα στη λιμνούλα. Οι άνθρωποι έρχονται εδώ για ψάρεμα, τρέκινγκ, επαφή με τη φύση. Κλέψαμε λίγο.
Αύριο έχει πολλές ώρες στο δρόμο, πάλι. Χαίρομαι. Μου είχε λείψει. Το καινούριο, τερατώδες άη-ποντ (λόγω ύψους;) είναι γεμάτο τις πρέπουσες μουσικές. Από τον διαπολιτειακό 78, στον 76, ύστερα στον 70, με το on the road again. Α, ναι. Η ομορφιά που γέννησε, όταν γέννησε, αυτός εδώ ο τόπος, γεννήθηκε μοναχά στο δρόμο.
Αύριο νωρίς, θα φτάσουμε στο Πίτσμπουργκ, εκεί απ όπου ξεκίνησαν ο Λούις κι ο Κλαρκ. Ο δρόμος μας κι ο δρόμος τους θα συναντηθούν πολλές φορές - όπως, υποσυνείδητα, συναντήθηκε με όλων εκείνων που αγαπήσαμε σε αυτή τη χώρα. Ύστερα, ο δρόμος για το Σικάγο. Από κει ξεκινάει ο 66. Εχουμε τέσσερις βορειοαμερικάνικους άτλαντες, τρεις χάρτες του, τη διαδρομή και τα τραγούδια στο μυαλό μας. Τώρα στ αλήθεια αρχίζει το ταξίδι.
από mirandolina στις July 10th, 2007
-Καλημέρα σας, καλέσατε την Budget/ Avis/ Hesepsilakiagnanteve, με λένε Ντόροθυ/ Αντριου / Μαρκ (κι ας έχω την πιο μπολυγουντ προφορά) πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
-Καλημέρα σας. Θα ήθελα να μου δώσετε μιαν τιμή για την ενοικίαση ενός αυτοκινήτου από τώρα ως τότε.
- Μάλιστα. Ενα φουλ σάιζ…
-Δε θέλω φουλσάιζ, θέλω Σέβυ Μαλιμπού.
-Μάλιστα. Και τι ώρα θα το πάρετε; … τι ώρα θα το παραδώσετε? … θα το παραδώσετε στην ίδια διεύθυνση? … Είναι 38 ημέρες και η τιμή μας είναι 1303/ 1453/ 1660 δολάρια συν ο φόρος 13% συν η ασφάλεια 21,95 δολαρια την ημέρα.
-Είναι πολύ ακριβά.
-Μη σας ανησυχεί αυτό. Σίγουρα θα έχετε κάποια εκπτωτική κάρτα, από αεροπορική εταιρία ή εταιρική κάρτα
-Όχι δεν έχω
-Τότε θα έχετε καρτα από τα (ονομα γνωστού σουπερμαρκετ)
-Ούτε αυτήν έχω
(σιωπή - δέος)
-Σας παρακαλώ κοιτάξτε στο πορτοφόλι σας και πείτε μου τι κάρτα έχετε
-Εχω βίζα, μαστερκαρντ, αμερικαν
-Λυπάμαι, με αυτές δε δικαιούστε καμμία έκπτωση. (απορεί με αυτό που εκστομίζει. Είμαι η μπάι δη μπουκ ανύπαρκτη περίπτωση. Με λυπάται. Προσπαθεί να με παρηγορήσει - όλοι κάνουν ότι μπορούν και με παρηγορούν)
Όμως, αν βγάλετε μια κάρτα (σουπερμαρκετ / αεροπορικη/ εταιρικη) την επόμενη φορά θα δικαιούστε εκπτώσεις 5 ως 35%.
Δεν έχω ούτε μία κάρτα της προκοπής… Δεν έχω… Είμαι αυτή που πληρώνει τα κερατιάτικα, αυτή που τη λυπούνται οι ινδοί Ντόροθυ και Άντριου και τα συναφή, αυτή που ποτέ κανείς δε θα της χαρίσει 40 δολάρια από το επόμενο ντεπόζιτο βενζίνη. Είμαι αυτή που δεν υπάρχει στα βιβλία και τώρα πρέπει να απαντήσει ατάραχη σε αυτόν που της θυμίζει πως δεν είναι άξια ούτε μιας κάρτας σουπερμάρκετ, ενός εκπτωτικού κουπονιού.
Δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου - ο υπάλληλος γελάει μαζί μου, προσπαθεί να σταματήσει αλλά δε μπορεί, ma’am λέει, γελάει κι αυτός μέχρι δακρύων, ma’am, αλλά τίποτε, δε μπορεί να συμμαζευτεί, τίποτε - το μηχανάκι που ηχογραφεί φορ μάι σέιφτυ τις συνομιλίες έχει τα ντοκουμέντα, τα χάχανα και τις αποτυχημένες προσπάθειες συνομιλίας, ma’am, ma’am, καθώς κι εγώ κι ο ινδός κλαίγαμε από τα γέλια…
υγ Τελικά, η Μπάτζετ με λυπήθηκε και με ελέησε με 15%. Η Μπάτζετ με αγαπάει. Όμως εγώ αγαπάω τον ινδό. Αδικη ζωή, άδικη…
|