Καθέτως - τρία σε ένα
από mirandolina στις August 10th, 2007
Το ήξερα από όταν άκουσα εκείνο το δίσκο του Σπρήγκστην - Νεμπράσκα. Τον θυμάσαι; Ο αγαπημένος μου/του ήταν πάντα το Ρίβερ, όμως με το “Νεμπράσκα” καρφώθηκε στο μυαλό μου η εικόνα του τόπου. Η μουσική έχτισε τον τόπο, πάει να πει. Αυτόν τον τόπο που είδα. Μπήκαμε στην πολιτεία με τα τραγούδια του Σπρηγκστην στον άη-ποντ, το ένα μετά το άλλο. Νεμπράσκα. Τρύπα στο χάρτη.

Γυναίκες που κοιτάνε με παραίτηση την πινακίδα του αυτοκινήτου μας - Τι καιρό κάνει στην Καλιφόρνια; Ο αντιπαθητικός επί της υποδοχής στο ξενοδοχείο βλέπει στον τόπο του μόνο υγρασία - μοιάζω με κακομαθημένο κωλόπαιδο άραγε και νοιώθει την ανάγκη να μου δικαιολογηθεί; Στο ράντσο του Μπάφαλο Μπιλ και ύστερα μεξικάνικο σε ένα παράξενο μαγαζί, που η μικρή με την τρύπια μπλούζα της τοπικής ομάδας ακούει με έκπληξη το όνομα του Κέρουακ, τίποτε δεν της λέει, όμως της αρέσει να μας ακούει να μιλάμε ελληνικά, τι ωραία γλώσσα!, και “διαβάζετε πολύ, ε;” και ένα χαμόγελο τεράστιο μες στην ανοησία και την παράδοση της ζωής που δε διάλεξε. Ωραίο τσίλι, βρε!

Η Νεμπράσκα είναι γη παλιά. Εύφορη, αγροτική. Τρύπα στο χάρτη, λες, αλλά δεν είναι. Η Όμαχα γέννησε το Φρεντ Ασταίρ και το Μάρλον Μπράντο, τον Μάλκομ Χ και τον πρόεδρο Φορντ. Και το Κόκκινο Σύννεφο που τους ξηγήθηκε αλμυρό φυστίκι. Τρύπα στο χάρτη; Ναι. Γαλήνη, πράσσινο, καμμιά ανησυχία για τη χρονιά που έρχεται και εκρήξεις διαφυγής. Πως να φύγουν από δω μια ώρα αρχίτερα…
Το Κάνσας μοιάζει στην αρχή συνέχεια της Νεμπράσκας. Αδικία, όμως. Χωράφια ηλιοτρόπια λίγο πριν την πλήρη ωρίμανση αλλάζουν την εικόνα, τα παίζει ο άνεμος και σκύβουν λίγο να σε χαιρετήσουν, σπιτάκια στο λιβάδι και κοπάδια, λίμνες μικρές και ένα ρυάκι παραπέρα. Το Κάνσας είναι ηλοτρόπια στο μυαλό μου. Και η Ουιτσιτά, Γουίι-τσίι(χ)-ταα, έτσι, τι υπέροχη ινδιάνικη κόρη, σαλπίζει την εξέγερση μέχρι εκείνη να έρθει - την εξέγερση τη λένε Γουίι-τσίι(χ)-ταα. Ύστερα πάλι Οκλαχόμα. Χελλό ντάρλιν! συγκίνηση καθώς ξαναβρισκόμαστε με την ρουτ 66, κίνηση με άνεση στο δρόμο και τη ματιά του “παλιού” τρομάρα μου…

Γεμίζουμε το ψυγείο αναψυκτικά και προχωράμε - σου είπα που πήραμε ψυγείο αυτοκινήτου, να αντέχουμε πολλές ώρες οδήγημα; Οκλαχόμα 100 ετών φέτος σε αποχαιρετώ και πάω στο Αρκανσω του προέδρου των πούρων, όμορφο, στα Δαρδανέλλα του με τη λίμνη και το πάρκο, στο Φορτ Σμιθ που δεν μας φιλοξένησε, όλα γεμάτα στο πουθενά, μετά από έντεκα ώρες στο τιμόνι ούτε ένα δωμάτιο, διότι λέει ήρθαν όλοι για το Ουώρλντ Σίριζ, πανζουρλισμός, από δωμάτια ως RV parks και κάμπινγκ είναι όλα γεμάτα, οπότε το οδήγημα γίνεται 12 ώρες για να βρεθεί δωμάτιο μες στη νύχτα, να αναπαυτούμε, να φάμε άθλια tv dinners στο φούρνο μικροκυμάτων γιατί ο χρόνος δεν αρκεί κι η κούραση τσακίζει.

Το άλλο πρωί, σήμερα το πρωί, γνωρίζουμε το Αρκανσω με βόλτες τυχαίες, yard sales και φυσικά μονοπάτια όλο ομορφιά, ψωνίζουμε ταμάλες από σπίτι - “Καλημέρα σας, πουλάτε όντως σπιτικές ταμάλες;” και γνωρίζουμε τον κύριο Σοτομαγιόρ του Μεξικού που πάει στοίχημα ότι ο προπάππος του που πήγε από Ισπανία στο Μεξικό σταμάτησε στην Κούβα και “να πάτε στο Μεξικό, θα σας αρέσει”, και σπιτάκια με λίμνη στην αυλή και άλλογα στο σταύλο, και αγόρια και κορίτσια και μεγάλοι και μικροί που βγάζουν το χέρι από το παράθυρο να σε χαιρετήσουν - μικρός ο τόπος, όλοι γνωστοί ή συγγενείς- που δεν καταλαβαίνουν γιατί φωτογραφίζεις τον τόπο τους γιατί έχουν συνηθίσει την ομορφιά (τόση ομορφιά, Θεέ μου!). Λίγο πριν φύγουμε, βγάζουμε μια φωτογραφία για τον ακίνδυνο - μόλις είδαμε τι έγραφαν στην αυλή αυτής της αρκασιότικης εκκλησίας, τον θυμηθήκαμε αυτομάτως, ομού και ταυτοχρόνως.

Λίγες ώρες μετά μπήκαμε στο Μισσισσιππή. Ξανά. Χωρίς λόγο. Από αγάπη. “Ήρθαμε στην πατρίδα μας” είπα μόλις περάσαμε την γέφυρα του ποταμού μας, από την Ελένα για Κλαρκσντέηλ. Και ο νους μου γέμισε μυρωδιές και ήχους και γαλήνη και ήταν σαν να αφηνα την τσάντα, να έβγαζα τα παπούτσια και να άφηνα έναν αναστεναγμό καθώς απλωνόμουνα στη μπερζέρα μας. Η πατρίδα μας. Στη φάρμα των Ντόκερυ, για μια ακόμη σέσσιον φωτογραφιών. Αύριο ένα δεύτερο προσκύνημα σε όσους τόπους δε χορτάσαμε πέρισυ.
Στο μοτέλ ψήσαμε τις σπιτικές ταμάλες της κυρίας Σοτομαγιόρ στο φούρνο μικροκυμάτων.
