από mirandolina στις August 17th, 2007
Πριν τη Βαλτιμόρη, που είμασταν; ξεχνάω πια. Μοτελ, δρόμος, μικρά χαμόγελα, βενζίνη όλο να φτηναίνει, τι να πάρω της μαμάς;, και ύστερα πόλη, Βαλτιμόρη, Ο Μπάλτιμορ, η Μπίλλυ, με έχει στοιχειώσει η Μπίλλυ, την αγαπούσε πολύ ο Τζακ ξες.Μαίνουμε με την Ελεν και τον Μάικλ, γιορτή μεγάλη, η πόλη μας ανήκει, χαιρόμαστε την πιο όμορφη αγορά της αμερικής, την πιο λαϊκή, την πιο ζωντανή, ύστερα πάλι η Μπίλλυ και ο δρόμος των δακρύων και το κορίτσι στο μουσείο της ιστορίας των μαύρων του Μέριλαντ που μας σφίγγει το χέρι ενθουσιασμένο - “δεν πρόκειται να έρθω κοντύτερα από αυτό στην Ελλάδα!” και είμαστε Ελλάδα πάλι.

Το Λώουελ είναι όμορφο και ελληνικό. Όλη η Μασατσούσετς είναι μικρό ρωμέικο - πως έγινε αυτό μου λες;Από την αρχή. Χαθήκαμε στο δρόμο. Σε άσχημες εξοχές, όμορφες πόλεις, σκοτεινιές ικανές να γεννήσουν κθούλου και τρόμο, το σπίτι , τη γειτονιά, το τελευταίο σπίτι του Τζακ κει μέσα στους έλληνες. Χαθήκαμε κυνηγώντας τις τελευταίες εικόνες, την τελευταία συγκίνηση. Τρώγοντας εκείνα τα υπέροχα κραμπκέικς της Βαλτιμόρης, τα καβουράκια στο Αϊλάντερ, τους αστακούς του Μέην. Όμως αυτά έχουν ήδη γίνει αναμνήσεις. Όχι κι ο Τζακ. Η ελληνική μετάφραση φάτσα κάρτα στην έκθεση - θυμάμαι εκείνο το γλυκό κορίτσι που έφερε ο Γιάγκος μας στο σπίτι, “είναι η μεταφράστρια του Κέρουακ” μου είπε, της έκανα ένα ζεστό, τυλίχτηκε στις κουβέρτες, δεν ήταν καλά αλλά…, μιλούσαμε ώρες, έφυγε και να την τώρα, εκείνο το γλυκό κορίτσι Στο Δρόμο μας. Δεν επιτρέπονταν οι φωτογραφίες μας είπαν αλλά επέμεινα, παρακάλεσα, ξέρετε, είναι κείνο το κορίτσι, της έκανα ένα ζεστό, τυλίχτηκε στις κουβέρτες, δεν ήταν καλά αλλά εκείνη το μετάφρασε, λέημπορ ο’ λαβ… Κατάλαβαν και μας άφησαν. Κοίτα τι σου έφερα από τον Τζακ, μονάκριβη! Γράψαμε στη γραφομηχανή το αντίο. Αφήσαμε την πόλη του - τελευταία στάση το νεκροταφείο.

Αγόρασα μελατονίνη. Σε λίγες ώρες μπαίνουμε στο αεροπλάνο.
από mirandolina στις August 12th, 2007
Η Τσατανούγκα του Chattanooga Choo-Choo η ξακουστή μας φιλοξενεί - ινδικό μοτέλ και ώρες οδήγηση. Χτες είμασταν στην Οξφόρδη του Μισσισσιππή μου. Η πρώτη φορά που μείναμε σε αφροαμερικάνο κάουτσέρφερ. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας, τόσο όμορφα αγγλικά, κολλημένες στους τοίχους ατάκες σοφών, φτηνός υπολογιστής, σπίτι τακτικό και εργένικο - όπως γυναικείο εργενικο. Μαγειρεύουμε ελληνικό φαγητό - χωριάτικη και φακές σπαρτιάτικες και τηγανιά. Έχει ζητήσει ελληνικό φαγητό. Μιλάμε για το κάουτσέρφινγκ και την ελληνική κουζίνα, το όνειρό της να έρθει να ζήσει στην Ελλάδα (καμμιά δουλειά κανείς;), την αγάπη της στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο - μας δίνει να δούμε μια ταινία βέλγικη, Fear and Trembling, ιαπωνικοί οι περισσότεροι διάλογοι, μιλάμε για τον Μπόλντον και την καταγωγή των δικών της από το Τρινιδάδ, τους αδελφούς της που, φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι, μόνο αν κατατάσσονταν στο στρατό μπορούσαν να σπουδάσουν και να πάρουν άμεσα την υπηκοότητα - - στέλνουν τους ξένους να πεθάνουν στο Ιράκ με αντάλλαγμα την υπηκοότητα, μας λέει, η ίδια γεννήθηκε εδώ, στη Νέα Υόρκη μα οι αδελφοί της έπρεπε να υποσχεθούν το αίμα τους με αντάλλαγμα τα στοιχειώδη δικαιώματα… Μιλάμε για τα μπλουζ, τον Κεμπ Μο, τον Κέννυ Μπράουν, τον Λάιτνιν Μάλκομ, για την κρητική κουζίνα και τα όμορφα και ιδιαίτερα κουτάλια της σούπας που βρίσκεις στα αμερικάνικα σπίτια. Το σπίτι είναι ζεστό, το ερ κοντίσιον χαλασμένο, η μπογιά αρχίζει να ξεφτίζει, μα η νοικοκυροσύνη και το αστραφτερό μυαλό της βάζουν τα πάντα σε σειρά και λαμπρύνουν τον τόπο. Πριν φύγουμε μας αγκαλιάζει, φαντάζεται την Ελλάδα τόπο φιλοσόφων, παιδείας, ευγένειας, σεβασμού - η γειτονιά είναι μαύρη, τα σπίτια δίπλα δίπλα, δεν μιλάνε μεταξύ τους, δεν χαιρετιούνται. “Για αυτούς είμαι πάντα ξένη”. Μιλάει με νεοϋορκέζικη προφορά, χωρίς το τραγούδι του ποταμού στη φωνή της.

Στο Τούπελο τραγουδούσε εντός μου ο Νικ Κέηβ. Μνημόσυνο για τον Έλβις. 30 χρόνια από το θάνατό του. Συγκίνηση. Η Εβδομάδα Έλβις ξεκινά από το φτωχόσπιτο που τον γέννησε. Ο Έλβις ζει - Takin Care of Bussiness- είναι φορτηγατζής, μελαχροινό αγόρι στο δρόμο, πόσο ταιριαστό, πόσο ροκ εν ρολ. βουρκωμένα μάτια υπό τους ήχους του I can’t help falling in love with you ενώ το σκωτσέζικο φαν κλαμπ ανακοινώνει τα 40 χρόνια του, τα κορίτσια που κάποτε ονειρευόταν να κοιμηθούν μαζί του έχουν ντυθεί βασίλισσα της Αγγλίας και οι 60ρηδες κατεβαίνουν δεκάδες από τα σταθμευμένα λεωφορεία. Τούπελο.

Από το Νάτσεζ Τρέης και πάλι, χέρια λερωμένα από χώματα, ύστερα να μαζέψουμε και τα σκουπίδια των άλλων - - εφηβικές μπύρες και φτηνή μαγκιά- - ελαφια και αρμαντίλλοι, κακός καφές κρίσπι κρηημ, ως την Τσατανούγκα. Η συνάντηση ορίστηκε εδώ γιατί δεν μπορούσαμε να δούμε τους φίλους από πέρισυ, τους καουτσέρφερς που μας φιλοξένησαν στο Νάσβιλ, εκείνους που φιλοξενήσαμε στην Αθήνα. Μόνο οι φίλοι από το Ώστιν δεν τα κατάφεραν ως εδώ. Σε κείνους πήγαμε εμείς. Στην Τσατανούγκα , στο πολυβραβευμένο στίκυ φίγκερς, κάτω από την εικόνα του Μάντυ Γουώτερς, δίπλα στο αυτόγραφο του Τζέη Λένο, παϊδάκια και γέλια και φωνές και κάουντρυ σκυλάδικα και ναι, είμαστε εδώ, όχι περαστικοί και επισκέπτες αλλά αυτοί που είμαστε εμείς.

Στο Νότο νοιώθω σα στο σπίτι μου. Οι νότιοι φίλοι μου ονειρεύονται την Ελλάδα. στην Ελλάδα νοιώθουν σα στο σπίτι τους…Πητς Κόμπλερ, σας περιμενουμε, να έρθετε, ναι, κι εσείς, όνειρα, σχέδια, και άλλη δουλειά και αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας που ποτέ δε χορταίνεις. Ώρες πριν, λίγο έξω από το Ντεκατούρ είδαμε μιαν οδό Φιλίας- χοντροκομμένο, σκέφτηκα, κιτς, γραφικό. Το γραμμόφωνο παίζει Ελβις σε κείνες τις διασκευές από μπιτλάκια. Ξέρεις ποιο.
από mirandolina στις August 10th, 2007
Το ήξερα από όταν άκουσα εκείνο το δίσκο του Σπρήγκστην - Νεμπράσκα. Τον θυμάσαι; Ο αγαπημένος μου/του ήταν πάντα το Ρίβερ, όμως με το “Νεμπράσκα” καρφώθηκε στο μυαλό μου η εικόνα του τόπου. Η μουσική έχτισε τον τόπο, πάει να πει. Αυτόν τον τόπο που είδα. Μπήκαμε στην πολιτεία με τα τραγούδια του Σπρηγκστην στον άη-ποντ, το ένα μετά το άλλο. Νεμπράσκα. Τρύπα στο χάρτη.

Γυναίκες που κοιτάνε με παραίτηση την πινακίδα του αυτοκινήτου μας - Τι καιρό κάνει στην Καλιφόρνια; Ο αντιπαθητικός επί της υποδοχής στο ξενοδοχείο βλέπει στον τόπο του μόνο υγρασία - μοιάζω με κακομαθημένο κωλόπαιδο άραγε και νοιώθει την ανάγκη να μου δικαιολογηθεί; Στο ράντσο του Μπάφαλο Μπιλ και ύστερα μεξικάνικο σε ένα παράξενο μαγαζί, που η μικρή με την τρύπια μπλούζα της τοπικής ομάδας ακούει με έκπληξη το όνομα του Κέρουακ, τίποτε δεν της λέει, όμως της αρέσει να μας ακούει να μιλάμε ελληνικά, τι ωραία γλώσσα!, και “διαβάζετε πολύ, ε;” και ένα χαμόγελο τεράστιο μες στην ανοησία και την παράδοση της ζωής που δε διάλεξε. Ωραίο τσίλι, βρε!

Η Νεμπράσκα είναι γη παλιά. Εύφορη, αγροτική. Τρύπα στο χάρτη, λες, αλλά δεν είναι. Η Όμαχα γέννησε το Φρεντ Ασταίρ και το Μάρλον Μπράντο, τον Μάλκομ Χ και τον πρόεδρο Φορντ. Και το Κόκκινο Σύννεφο που τους ξηγήθηκε αλμυρό φυστίκι. Τρύπα στο χάρτη; Ναι. Γαλήνη, πράσσινο, καμμιά ανησυχία για τη χρονιά που έρχεται και εκρήξεις διαφυγής. Πως να φύγουν από δω μια ώρα αρχίτερα…
Το Κάνσας μοιάζει στην αρχή συνέχεια της Νεμπράσκας. Αδικία, όμως. Χωράφια ηλιοτρόπια λίγο πριν την πλήρη ωρίμανση αλλάζουν την εικόνα, τα παίζει ο άνεμος και σκύβουν λίγο να σε χαιρετήσουν, σπιτάκια στο λιβάδι και κοπάδια, λίμνες μικρές και ένα ρυάκι παραπέρα. Το Κάνσας είναι ηλοτρόπια στο μυαλό μου. Και η Ουιτσιτά, Γουίι-τσίι(χ)-ταα, έτσι, τι υπέροχη ινδιάνικη κόρη, σαλπίζει την εξέγερση μέχρι εκείνη να έρθει - την εξέγερση τη λένε Γουίι-τσίι(χ)-ταα. Ύστερα πάλι Οκλαχόμα. Χελλό ντάρλιν! συγκίνηση καθώς ξαναβρισκόμαστε με την ρουτ 66, κίνηση με άνεση στο δρόμο και τη ματιά του “παλιού” τρομάρα μου…

Γεμίζουμε το ψυγείο αναψυκτικά και προχωράμε - σου είπα που πήραμε ψυγείο αυτοκινήτου, να αντέχουμε πολλές ώρες οδήγημα; Οκλαχόμα 100 ετών φέτος σε αποχαιρετώ και πάω στο Αρκανσω του προέδρου των πούρων, όμορφο, στα Δαρδανέλλα του με τη λίμνη και το πάρκο, στο Φορτ Σμιθ που δεν μας φιλοξένησε, όλα γεμάτα στο πουθενά, μετά από έντεκα ώρες στο τιμόνι ούτε ένα δωμάτιο, διότι λέει ήρθαν όλοι για το Ουώρλντ Σίριζ, πανζουρλισμός, από δωμάτια ως RV parks και κάμπινγκ είναι όλα γεμάτα, οπότε το οδήγημα γίνεται 12 ώρες για να βρεθεί δωμάτιο μες στη νύχτα, να αναπαυτούμε, να φάμε άθλια tv dinners στο φούρνο μικροκυμάτων γιατί ο χρόνος δεν αρκεί κι η κούραση τσακίζει.

Το άλλο πρωί, σήμερα το πρωί, γνωρίζουμε το Αρκανσω με βόλτες τυχαίες, yard sales και φυσικά μονοπάτια όλο ομορφιά, ψωνίζουμε ταμάλες από σπίτι - “Καλημέρα σας, πουλάτε όντως σπιτικές ταμάλες;” και γνωρίζουμε τον κύριο Σοτομαγιόρ του Μεξικού που πάει στοίχημα ότι ο προπάππος του που πήγε από Ισπανία στο Μεξικό σταμάτησε στην Κούβα και “να πάτε στο Μεξικό, θα σας αρέσει”, και σπιτάκια με λίμνη στην αυλή και άλλογα στο σταύλο, και αγόρια και κορίτσια και μεγάλοι και μικροί που βγάζουν το χέρι από το παράθυρο να σε χαιρετήσουν - μικρός ο τόπος, όλοι γνωστοί ή συγγενείς- που δεν καταλαβαίνουν γιατί φωτογραφίζεις τον τόπο τους γιατί έχουν συνηθίσει την ομορφιά (τόση ομορφιά, Θεέ μου!). Λίγο πριν φύγουμε, βγάζουμε μια φωτογραφία για τον ακίνδυνο - μόλις είδαμε τι έγραφαν στην αυλή αυτής της αρκασιότικης εκκλησίας, τον θυμηθήκαμε αυτομάτως, ομού και ταυτοχρόνως.

Λίγες ώρες μετά μπήκαμε στο Μισσισσιππή. Ξανά. Χωρίς λόγο. Από αγάπη. “Ήρθαμε στην πατρίδα μας” είπα μόλις περάσαμε την γέφυρα του ποταμού μας, από την Ελένα για Κλαρκσντέηλ. Και ο νους μου γέμισε μυρωδιές και ήχους και γαλήνη και ήταν σαν να αφηνα την τσάντα, να έβγαζα τα παπούτσια και να άφηνα έναν αναστεναγμό καθώς απλωνόμουνα στη μπερζέρα μας. Η πατρίδα μας. Στη φάρμα των Ντόκερυ, για μια ακόμη σέσσιον φωτογραφιών. Αύριο ένα δεύτερο προσκύνημα σε όσους τόπους δε χορτάσαμε πέρισυ.
Στο μοτέλ ψήσαμε τις σπιτικές ταμάλες της κυρίας Σοτομαγιόρ στο φούρνο μικροκυμάτων.
από mirandolina στις August 8th, 2007
Την πρώτη φορά που πήγε στο Ντένβερ, ο Τζακ κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο που έμεναν κι ο Γκίνσμπεργκ κι ο ήρωάς του. Από κάτω ήταν ένα μπαρ - εκεί τα έπινε, έγραφε, ερωτευόταν τις γκαρσόνες. Αγόρι όμορφο. Φτάσαμε το πρωί εκεί και ζήτησα να πιούμε ένα καφέ. Η ατμόσφαιρα παλιακή - δερμάτινα καθίσματα μέσα, σεπαρέ, μια παλιά μηχανή, μια μικρή αυλή απ έξω για όσους θέλουν να λιαστούν. Το πρώτο γκαρσόνι έφερε δυό ποτήρια νερό. Στον κατάλογο υπήρχε Greek Pizza. Ρώτησα για τον Κερουακ. δεν είχε ιδέα. Το δεύτερο γκαρσόνι ήρθε για βοήθεια. Τσαχπίνης μελαχροινός, έξυπνα μάτια. Ήξερε αρκετά. Και ύστερα, ρώτησα αν ο ιδιοκτήτης είναι έλληνας. Είκοσι πολιτείες τώρα, μόνο στα ελληνικά μαγαζιά σου φέρνουν ένα ποτήρι κρύο νερό, δωρεάν, να δροσιστείς, πριν παραγγείλεις. Έπαιζα το κεφάλι μου ότι εδώ πίσω κρυβόταν ένας έλληνας.-Και εγώ είμαι.Το είπε ελληνικά. Άπλωσε το χέρι του.-Λέγομαι Στράτος, χαίρω πολύ.Διστακτικός με τα ελληνικά του, καταφεύγει κάποτε στα αγγλικά, μα μας λέει όλη την ιστορία του μαγαζιού, φωνάζει την - μισή ρωμιά μισή μεξικάνα - κόρη του ιδιοκτήτη, μαθαίνουμε ότι είναι να μάθουμε για το Τζακ, για το τραπέζι του, τη γωνιά του. Και ύστερα η αφεντικίνα φεύγει και γυρίζει ο Στράτος, τιτιβίζει, γρήγορος, από τραπέζι σε τραπέζι, και μια κουβέντα ελληνική σε μας, και ξανά πως ονειρεύεται να ξαναρθεί του χρόνου στο χωριό των δικών του, έξω από την Τρίπολη, και τα μάτια του υγραίνονται και λάμπουν και όταν πάμε να φύγουμε και φωτογραφίζουμε το τραπέζι του Τζακ έρχεται να μας συστήσει την αδελφή του, τη Μαρία, ψηλή, λεπτή, πληγωμένη απ’ το θάνατο, κορίτσι εικοσάχρονο στα μαύρα ντυμένο, με ένα λεπτό χρυσό σταυρό, βαφτιστικό και ορθόδοξο περασμένο στο λαιμό της, και η Μαρία χαίρεται, μιλά ελληνικά, πως βρεθήκαμε εδώ;, και η Μαρία βουρκώνει και συγκρατείται που ήρθαμε εμείς από την πατρίδα, πόσο θα μείνετε;, και βλέπεις που η Μαρία θα σε καλούσε σπίτι και θα σε κοίμιζε και θα σε φίλευε μόνο που είσαι έλληνας και ήρθες εδώ, στην ξενιτιά, και η Μαρία λέει πόσο θέλει να πάει στην Ελλάδα, του χρόνου, μάλλον του χρόνου, να δούμε, και τα μάτια της Μαρίας φουσκώνουν σα τη θάλασσα και ξεφεύγω ζητώντας της φωτογραφίες, έλα Μαρία μου χαμογέλα, και έρχεται ο Στράτος που πρώτος αυτός μας βρήκε και ζηλεύει λίγο και έτσι φωτογραφίζουμε ότι πιο όμορφο μας χάρισε το Ντένβερ, το Στράτο και τη Μαρία, που σερβίρουν στο μαγαζί που σύχναζε ο Κέρουακ και ήταν πάντα σε ελληνικά χέρια.

Από χτες, που προσκυνήσαμε τον τάφο του Λούι Τίκα, από σήμερα που η χαρμολύπη της Μαρίας βρήκε στην καρδιά μου, ο νους μου μουρμουράει το ίδιο τραγούδι… Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο, μωρέ ξένε μου…
από mirandolina στις August 7th, 2007
Στο Σολτ Λέηκ Σίτυ, όλα ψιθυρίζουν - κάποτε κραυγάζουν- “Μορμόνοι” και “λεφτά”. Η πόλη ασφαλής, οι μπάτσοι περικυκλώνουν τους φτωχούς ανθρώπους. Οι άπιστοι δεν επιτρέπεται να μπουν στο ναό των Μορμόνων. Η βόλτα απ έξω είναι το μόνο που μας επιφυλάσσουν οι αδελφές με το επίθετο. “Αδελφή Μακίνλυ” και “Αδελφή Τζόνστον” και χοντροπάπουτσα, μακρυές μπλε φούστες, γαλάζια πουκάμισα κουμπωμένα ως επάνω. Ο γνωμοδότης τις βρίσκει πολύ σέξυ - φαντάζεται, λέει, τις ζαρτιέρες από κάτω από τη φούστα. Η φαντασία στην εξουσία!

Σου τα προσφέρουν όλα μόλις περάσεις τη εξωτερική θύρα του ναού τους: ξενάγηση στον κήπο, στην ιστορία τους, τζάμπα τουρ στην πόλη, ύμνους και προσευχές. Λείπει η αγάπη, περισσεύουν οι κανόνες. Άλλη μια προτεστάντικη σέχτα, κατ ουσίαν. Μαλλον θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον να πάμε στα βουνά, στους πολυγαμικούς, να δούμε πως λειτουργεί το σύστημα εν παρανομία — από το 1890 και λόγω των Μορμόνων, η πολυγαμία απαγορεύεται στις ΗΠΑ. Από το 1890 - λίγο πριν, όταν οι μορμόνοι πήγαν στη Γιούτα, η Γιούτα ανήκε ακόμη στο Μεξικό.

Λεπτομέρεια: Τα αυτοκίνητα μορμονικής ιδιοκτησίας στο Σωλτ Λέηκ Σίτυ είναι άσπρα, μαύρα ή ασημί. Το χρώμα, οι εντάσεις, υποσκάπτει την επίφαση ειρήνης. Πριν το Σωλτ Λέηκ Σίτυ, απέραντες εκτάσεις αλάτι, ορυχεία και επεξεργασία. Κατάλευκοι λόφοι από αλάτι φορτώνονται στα τραίνα, βαγόνι το βαγόνι, τόνο τον τόνο, από τεράστιες μπουλντόζερς.

Μετα το Σωλτ Λέηκ Σίτυ, φαράγγια, η περίφημη κάνυον λαντ, μαγευτικοί δρόμοι, ορίζοντες κλειστοί από τα όρη και τους βράχους της αρχαίας αόρατης θάλασσας.Κολοράντο. Βουνίσιος τόπος, ευλογημένος. Παραμυθένιος. Νερό, βράχοι, δάσος. Σα στο σπίτι μου. Κούραση αλλά και επίγνωση της ευλογίας. Είμαστε τυχεροί. Μες στη βροχή και την καταιγίδα, αναζητούμε το σπίτι του Χάντερ Ες Τόμσον. Στο δρόμο για το Ντένβερ, μύρισε Ελλάδα: η κίνηση είναι αντίστοιχη Κυριακάτικης επιστροφής στην Αθήνα.Σήμερα πάμε για το Λάντλοου, με τη βοήθεια του Θεού και των ωραίων κηπουρών της μνήμης.

από mirandolina στις August 4th, 2007
Ήμουν πρωτη δημοτικού όταν ο θείος Φάνης έδινε για το πανεπιστήμιο. Όχι όποια σχολή να είναι - ήταν ο μόνος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ που ονειρευόταν να γίνει δασολόγος. Ήταν πάντα ένας εξαίρετος θείος,επίσης και άνθρωπος της γνώσης. Μου μάθαινε παράξενα πράμματα, διόλου τετριμμένα - ας πούμε, τη δομή του ατόμου. Και τα εξηγούσε καλά, αν και οι απορίες μου ακόμη με κάνουν και γελάω: ας πούμε, αν ανάμεσα στον πυρήνα και τα ηλεκτρόνια υπάρχει κενό, γιατί δεν τρέχει η σούπα από το πιάτο;Ο θείος Φάνης πέρασε στο πανεπιστήμιο, ο πιο ενθουσιωδης φοιτητής που γνώρισε ποτέ η δασολογία. Και συνέχισε να μου μαθαίνει πράγματα παράξενα, να μου μιλάει για τον κόσμο που αποκαλύπτουν το μεγάλο και το μικρό. Δεν ξέρω καν αν θυμάται εκείνες τις κουβέντες μας. Μα εγώ θυμαμαι, και πιο πολύ θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια του όταν μιλούσε για τις γιγάντιες σεκόγιες.

Στο νου μου, αυτά τα θεόρατα δένδρα έχουν την αύρα του θεωτικού. Δεν είναι μόνο τα τρεις χιλιάδες χρόνια της ζωής τους ή το κόκκινο ανθεκτικό τους ξύλο και η παραδοξα ρηχή τους ρίζα ή ακόμη η αγαστή συνεργασία τους με ένα τόσο δα μικρούλι σκιουράκι, που το λένε τσικαρί και είναι τσικαρί όνομα και πράγμα, που τους εξασφαλίζει την επιβίωση. Δεν είναι καν το δέος που γεμίζει καρδιά και νου, όταν τις αντικρύζεις πρώτη φορά, όταν αναμετριέσαι με τις ρίζες του πεσμένου γίγαντα ή προσπαθείς να αντιληφθείς το χρόνο πέρα από τις δικές σου φυσικές εποχές για να κατανοήσεις πως οι σπόροι της χρειάζονται είκοσι με τριάντα χρόνια για να ωριμάσουν. Η δεκαετία-τίποτε… Όχι, δεν είναι αυτά ο κύριος λόγος. Είναι εκείνη η λάμψη στα μάτια του θείου του Φάνη, η γιορτή της (επι)γνώσης του θαυμάσιου. Χτες περπατούσα ανάμεσα στις σεκόγιες της Σιέρρα Νεβάδα. Πουθενά αλλού στον κόσμο δεν έχει σεκόγιες.

Χτες, περπατούσα ανάμεσα στις σεκόγιες της Σιέρρα Νεβάδα, χαζεύοντας τα τσικαρί που τρεχάλιζαν, παρατηρούσαν, μάζευαν και φρόντιζαν το γιγάντιο φίλο τους. Ολόκληρο το υπόλοιπο γιοσέμιτι δεν μπόρεσε να μου δώσει τη χαρά που μου έδωσαν οι σεκόγιες του θείου του Φάνη και του θαυμάσιου.Μετά, οδήγησα ατελείωτες ώρες σε ατελείωτες στροφές. Μα δε με ένοιαζε τίποτε.

Ο θείος Φάνης είναι τώρα καθηγητής στο πανεπιστήμιο - στη δασολογία. Δεν έχει δει ποτέ από κοντά τις γιγάντιες σεκόγιες, αλλά τις ξέρει μία-μία από καρδιάς. Είναι αυστηρός, μαθαίνω, μα έχει την ίδια λάμψη στα μάτια όταν μιλάει για την επιστήμη του.

από mirandolina στις August 3rd, 2007
Το αγοράκι στην παιδική χαρά πετάει έναν αητό- ουράνιο τόξο. Ο ένας από τους δυό μπαμπάδες του το κρατά από το χέρι και του γελάει. Στην πρώτη παιδική χαρά που χτίστηκε σε τούτη τη χώρα. Στο καρουσέλ τα παιδιά διαλέγουν ζωάκι. Καβάλα στα λιοντάρια, στις πάπιες, στα αλογα. Στο πάρκο, ήρεμοι κόβουν βόλτες όλοι - κάποιοι απολαμβάνουν το τσιγαριλίκι τους κάτω από τις φυλλωσιές, κάποιοι διαβάζουν. Στη γωνιά του σκακιού κανείς σήμερα. Κανείς ακόμη. Κάνει λίγη ψύχρα είναι αλήθεια. Το σπίτι του οικοδεσπότη μας είναι μια παλιά αποθήκη ονειρικά διαμορφωμένη από ανθρώπους που κουβαλάνε καλοχωνεμένη την pop κουλτούρα της αμερικής. Στην Κάστρο, οι σημαίες των ομοφυλοφύλων στολίζουν όλες τις κολλόνες. To Height Asbury είναι η ακριβότερη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο, γεμάτη από τα απομεινάρια αυτού που κάποτε ήταν η ισχυρότερη αντικουλτούρα της δεκαετίας του ‘60. Στο City Lights ξεφυλλίζω το free press και ο γνωμοδότης καταριέται την ώρα και την στιγμή που δεν παίζει λαχεία για να μπορεί να αγοράσει το μισό βιβλιοπωλείο.Η Αμοιβάδα είναι μια τεράστια αποθήκη γεμάτη δίσκους, cd, βινύλια και DVD, σε τιμές που ξεκινούν από το ένα δολλάριο. Ο υπάλληλος δεν χρειάζεται να κοιτάξει το κομπιούτερ του για να μας πεί αν το box set του Φιλ Όκς που ψάχνουμε είναι εξαντλημένο. Τα μαγαζιά με ρούχα από δεύτερο έχουν τα πιο όμορφα κομμάτια που έχω δεί εδώ και χρόνια. Οι καινούριες μου σόλες είναι, λέει, “satan resistant”. Το Σαν Φρανσίσκο είναι γοητευτικό και σου κλέβει την καρδιά από την πρώτη στιγμή. Καταλαβαίνεις γιατί το αγάπησαν και το διάλεξαν άνθρωποι σαν τους μπήτνικ, την Τζόπλιν -που ούτε μια ταμπέλα δεν δείχνει ποιό υπήρξε το σπίτι της-, το Ρον Κομπ και τόσους άλλους. Είναι η πιο χαλλλαρή, αυθόρμητη και ειλικρινής πόλη των ΗΠΑ, ένας τόπος στον οποίο θα μπορούσαν να μείνουν όλοι, που σε κερδίζει και μπορεί να γίνει πατρίδα σου την ίδια στιγμή.Όλο το δεύτερο πρωί το περάσαμε ψάχνωντας τα σημάδια του Κέρουακ. Τα μέρη που πέρασε είναι όλα εδώ, έστω και αν έχουν καταντήσει κωλάδικα. Φτύσαμε αίμα για να βρούμε το παλιό του σπίτι εδώ, αφού ούτε μια πινακίδα, ούτε μια πλάκα, ούτε καν ο χάρτης μας δεν σημαιώνουν το αδιέξοδο δρομάκι όπου βρίσκεται.

Στην Καλιφόρνια όλα μικραίνουν. Ειδικά στο Σαν Φρανσίσκο. Οι τεράστιες πινακίδες, οι τεράστιες μερίδες, οι τεράστιοι άνθρωποι, τα τεράστια κτίρια ανήκουν σε μια άλλη χώρα. Ακόμα και τα τεράστια αυτοκίνητα φαίνεται να υποχωρούν κάπως. Είναι η πρώτη φορά σε όλο το ταξίδι που δυσκολευτήκαμε να καταλάβουμε ακόμη και το Starbucks, που η πινακίδα του αλλάζει και ακολουθεί την αισθητική του Height Asbury.
από mirandolina στις August 1st, 2007
Tη Δευτέρα 30 Ιουλίου 2007 και ώρα έκτην απογευματινή, Μιραντολίς και Γνωμοδότης φωτογραφηθήκαμε πίσω από την αναμνηστική πλάκα του Ουίλ Ρότζερς Χάιγουέη, δηλαδή πίσω από το επίσημο σημείο τερματισμού της route 66. Τα τελευταία μίλια, οδηγική οδύσσεια στη Σανσετ Μπουλεβαρντ και Σάντα Μόνικα Μπούλεβαρντ, μας έφεραν στον ωκεανό. Λεωφόρος Ocean δίπλα στο πάρκο Palisades.

Από το Μπέβερλυ Χιλλς ως τον Ειρηνικό με προσπέρασαν καμμιά δεκαριά πόρσε, τρεις- τέσσερις μερτσεντέ ανοικτές, μία ρολς ρόυς, μία τζάγκουαρ, δύο στρετς Χάμμερ, μία στρετς λίμο και δύο τρία κάστομ μέηντ κουκλιά. Στο πάρκο προσπέρασα καμμιά δεκαριά άστεγους, μια μισότρελη γριά που βάφονταν τυλιγμένη στο σλιπιν μπαγκ της, έναν απατεωνίσκο με “γραφείο” το δημόσιο τηλέφωνο, ένα ζευγάρι που φοβόταν να ζητήσει να το φωτογραφήσουν, μία ανορεξική έφηβη και αρκετές γυναίκες που περπατούν σα γυναίκες - σπάνιο πράγμα στην ΟΥΖΑ.
Το άλλο πρωί πήραμε τον αυτοκινητόδρομο ένα, Από το ΛΑ στο Σαν Φρανσίσκο. Ο πιο όμορφος δρόμος που έχω δει στα ταξίδια μου. Κομμένη ανάσα από την ομορφιά, που ξετυλίγεται στροφή τη στροφή, που σε κλείνει από τη μια στην αγκαλιά του ωκεανού με το πιο καθαρό μπλε που έχω δει ως τώρα κι από την άλλη στα άγρια βουνά της ΣανταΛουκίας, τα υφασμένα αγριολούλουδα. Στάση στο Μπιγκ Σουρ, φόρος τιμής στο Χένρυ Μίλλερ και τους μπήτνικς. Κι ύστερα για λίγο πάλι, πάλι αυτός: δεν έχω δει, δεν έχω ταξιδέψει πιο όμορφο δρόμο στη ζωή μου.

Είμαστε στο Σαν Φρανσίσκο. Αύριο θα στέλνω φιλάκια από το Κάστρο προς την Ιαπωνία.
υστερόγραφον
Με την ολοκλήρωση του πρώου μισού του ταξιδιού μας, ως Γκάτζετς του θέρους αναγορεύονται:
Το βολικότατο ντουλαπάκι για τα γυαλιά, μεταξύ των αλεξήλιων του πρώτου μας αυτοκινήτου, η πυξίδα στον καθρέφτη του δεύτερου, το εξαιρετικό κάθισμα του τρίτου
Ο οδηγός της Lonely Planet για τη route 66, ο μόνος αληθινά χρήσιμος, που μας οδήγησε κομμάτι- κομμάτι μες από τα κατεστραμμένα ή χαμένα μίλια του θρυλικού δρόμου, μας έβαλε σε χωματόδρομους, φαράγγια και άγριες στροφές με τη σταθερότητα του γνώστη οδηγού
η μουσική, που διαλέγει πάντα ο Γνωμοδότης (από το καινούριο, μαύρο, τεραστιας χωρητικότητας ι-ποντ)
το νέο μας απόκτημα - ένα ψυγείο αυτοκινήτου (θησαυρος - σαν κρύο αναψυκτικό στην έρημο!)
οι χαρτες της ΑΑΑ
από mirandolina στις July 30th, 2007
Πονάνε τα πόδια μου. Ατελείωτες ώρες περπάτημα μες σε ένα εκθεσιακό κέντρο. Για μία από τις αγάπες που δεν πεθαίνουν. Βρεθήκαμε στη μεγαλύτερη συνάντηση όσων αγαπούν τα κόμικς. Τις τελευταίες τέσσερις μέρες, στο Σαν Ντιέγκο. Χτες ήταν εκεί κι ο Χίρο Νακαμούρα με όλο το καστ του –ανπέκταμπλ και καλτ και ζήτω του –Heroes, αλλά δεν τον προκάμαμε. Save the cheerleader παρουσίες και Vote Petrelli κονκάρδα προκάμαμε, όμως.

Σήμερα, Κυριακή, σταθήκαμε τυχεροί. Είδαμε όλο το πακέτο δημιουργών του Σπάιντερμαν, τον υπέροχο και γλυκύτατο δημιουργό του λαγού-Σαμουράι, τους σκιτσογραφους του Πλέι Μπόι, κάτι παιδιά απ’ το μπλέηντ ράνερ, τον Μπάτμαν αγκαλιά με την ΚατΓούμαν, τη Μυστικ, την Ελβίρα με τα κουμπούρια της, τον Τσουμπάκα και όλο το καστ του ΣταρΤρεκ (και είχε και διαγωνισμό για τρέκις!)…

Είδαμε όλα τα παιδιά σαν κι εμάς, με μάτια λέηζερ και μαλλιά τυρκουάζ, και άνοιξε η καρδιά μας. Συναντήσαμε και τον Κρις που είναι έλληνας δεύτερης γενιάς και ανερχόμενος writer - υπέγραφε τις ιστορίες του για τους πρώτους του φανς. Και, ας το ομολογήσω, για πρώτη φορά σε ολόκληρο το ταξίδι κατελήφθην από καταναλωτική μανία κι έφαγα μισό μισθό σε κόμικς και μεμοραμπίλια.

Το Σαν Ντιέγκο το είδαμε περισσότερο χτες. Την παραλία, τον χαμό στο Sea World, τον διάσημο ζωολογικό κήπο με τα πάντα που κοιμούνται χορτάτα, τον ρινόκερο και εκείνα τα υπέροχα, μαγευτικά, εξωγήινα πλάσματα, τις καμηλοπαρδάλεις. Ύστερα, ο αγαπημένος μας φίλος Γιάννης μας περιποιήθηκε με κλασσικό αμερικάνικο μπάρμπεκιου στη βεράντα του σπιτιού του, και είδαμε το Anchorman - The Legend of Ray Burgundy, που είχαμε τάξει να το δούμε στο Σαν Ντιεγκο, πόλη-κλειδί στην ταινία, με σλόγκαν το (σήμα κατατεθέν της διαδρομής) “Stay Classy, San Diego!”
Πρόκειται για μία υπέροχη πόλη. Άνετη, θαλασσινή και καταπράσσινη, γοητευτικά δομημένη, με εξαιρετικό φαγητό και χιλιάδες πράγματα να δεις και να κάνεις. Δεν της αξίζει που επισκιάζεται από ΛΑ και ΣΦ. Αν και “τίποτε δε συγκρίνεται με το Μπέυ”. Είδωμεν…
Αύριο, γυρίζουμε στη ρουτ66 για το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής ως το Λος Άντζελες. Ξαναπιάνουμε το νήμα από κει που το αφήσαμε, ξαναβρίσκουμε το ρυθμό μας και τους άδειους δρόμους. Μου έχει λείψει ο δρόμος. Ο άδειος, έρημος δρόμος και η απεραντοσύνη του κόσμου του.
από mirandolina στις July 28th, 2007
Στην έρημο μοχάβε υπάρχουν μόνο τέσσερις έξοδοι σε σερβις. Η βενζίνη έφτασε τα τέσσερα δολάρια. Την περάσαμε χωρίς να χρειαστούμε, ας είναι καλά τα βιβλία μας. Η ζέστη στεγνή, ανεκτή παρά τους 111 φαρενάιτ - 44 κελσίου. Το τοπίο σκληρό, χωρίς τη γοητεία της χρωματιστής ερήμου, με ελάχιστες εναλλαγές, ως που να φανούν τα βουνά πριν την ακτή.

Το Γκαφς είναι πόλη φάντασμα. Κάποτε ανθούσε, ήταν κύρια αρτηρία για το σιδηρόδρομο. Έτσι φτιάχτηκε - από το σιδηρόδρομο, που χρειαζόταν εργάτες, σταθμούς, συντήρηση, κατασκευές… Στο σχολειό του, πολύ λίγα παιδιά τελείωναν τη σαιζόν - η εταιρία έπαιρνε τους γονείς να τους πάει αλλού, πιο πέρα, πιο δώθε. Η εταιρία εγκατέλειψε την πόλη όταν την παρέκαμψε η νεώτερη έκδοση της route 66. Και η πόλη πέθανε. Στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, εδώ ετοίμαζαν στρατιώτες - η έρημος είναι σπαρμένη περιλαίμια - dog tags - με τα στοιχεία τους, καθώς όταν έφευγαν για το μέτωπο άλλαζαν περιλαίμιο, φορούσαν ένα χωρίς στοιχεία κατοικίας.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, τελείωσε οριστικά και το Γκαφς. Μεχρι το 90, που ένας ρομαντικός αποφάσισε να αγοράσει τη γη που κάποτε ήταν η πόλη και να αναστηλώσει το σχολείο, το μόνο πέτρινο κτίριο, το μόνο που μπορούσε απολύτως να σωθεί. Άρχισε να μαζεύει ότι εύρισκε, στην περιοχή, στην έρημο. Τα στρέμματα της φτηνής γης έγιναν μουσείο. Ύστερα, ένας περαστικός συνταξιούχος που γύριζε τις ΗΠΑ οδικώς, που κινείται και ζει σε ένα RV, ένα τροχόσπιτο, προσφέρθηκε, όταν τελείωνε τα ταξίδια του, να αφιερωθεί, να φροντίζει το κτίριο, τα κτερίσματα, τους ταξιδιώτες. Μας ξεναγεί στην ιστορία και πεθυμάει τον άνθρωπο - μιλά για το μουσείο και μιλά για τη μοναξιά.
Σήμερα, από τις γραμμές του τραίνου δίπλα στο Γκαφς, περνούν 200 τραίνα την ημέρα. Ένα κάθε λίγα λεπτά. Όλα σφυρίζουν όταν φτάσουν τη διάβαση του. Όλα. Έναν αιώνα τώρα. Κάθε τραίνο διδάσκεται την παράδοση και χαιρετάει την πόλη που μυρμήγκιζε εργάτες, τη νεκρή πόλη, τον συνταξιούχο εθελοντή, όσους δεν πρόλαβαν ποτέ να αποκτήσουν πατρίδα, ρίζα, φίλους για μια ζωή, γιατί έτσι αποφάσισε η εταιρία.

Καμμιά ώρα πριν βγεις από τη μοχάβε, πάνω στη route 66, βρίσκεις το Cafe Bagdad. Της ταινίας. Η ιδιοκτήτρια με αγκαλιάζει και με σταυροφιλάει: “Δεν έχω ξαναδεί έλληνες στα μέρη μας, είστε οι πρώτοι μου έλληνες! σε παρακαλώ υπέγραψε στο βιβλίο μου!”. Ε να μην υπογράψω; Βάζει Σαντάνα στο τζιουκ μποξ, μας χαμογελάει όλη την ώρα. Ωραίος και δυνατός καφές, πούλμαν με τουρίστες από τη Γουαδελούπη. Οι περισσότεροι πελάτες είναι από τα πούλμαν και γαλλόφωνοι. Το cafe Bagdad - στάση των ΚΤΕΛ στη Μοχάβε και τη route 66.
For those who died - για κείνους που πέθαναν στο Δρόμο- Μητέρα, τα μπουκαλόδεντρα και οι πινακίδες γράφουν μιαν άλλη ιστορία, έτσι που να την καταλάβουν όσοι ξέρουν πως, τα μπουκαλόδεντρα και μόνον αυτά συλλαμβάνουν τα πνεύματα, όπως το θέλει και η Λουιζιάνικη παράδοση. Συγκινητικός και απροσδόκητος ο δημιουργός τους, σαν κείνον στη δική μας Παρασκευή των παπουτσιών.

Τ ο αμάξι νούμερο δύο κόλλησε. Μέσα στη νύχτα τρέχαμε να αλλάξουμε αυτοκίνητο. Πολύ όμορφο το HHR, μα όχι για ταξίδια σαν το δικό μας. Το νούμερο τρία είναι μία κατακόκκινη πόντιακ. Το πρώτο ήταν ένα τετρακίνητο φορντ φούζιον. Ο αμερικάνικος δρόμος φέρνει αμερικάνικα αυτοκίνητα στην πόρτα μας. Και έτσι όμως, ως τώρα, αν με ρωτήσεις δηλαδή, πιο “δικό μας” αμάξι ένοιωσα το ΗΗR, που η φόρμα του, δεκαετίας του 30 στοιχεία και καμπύλες, ταίριαζε όσο τίποτε στο δρόμο μας. Όπως η πόντιακ ταιριάζει στον Αυτοκινητόδρομο Ένα, το “προσεχώς” της άλλης εβδομάδας, από το νότο ως το βορρά της Καλιφόρνιας, πάντα δίπλα στην ακτή. Λένε πως είναι ο πιο όμορφος δρόμος της Αμερικής. Είμαστε έτοιμοι κι ας δώσαμε αλλού την καρδιά μας.
Δεν σταματήσαμε στο Λος Άντζελες. Ήρθαμε πρώτα Σαν Ντιέγκο. Η κομικ-κον και τα κάστρα στην άμμο - διεθνής διαγωνισμός!- μας οδήγησαν σε μία ακόμη παράκαμψη. Θα γυρίσουμε στο Σαν Μπερναντίνο τη Δευτέρα - να ξαναπιάσουμε το νήμα από κει που το αφήσαμε.

Χτες το βράδυ τρώγαμε κινέζικο to go από το Εμεραλντ Σίτυ, καθισμένοι στην παραλία της Λα Χόγια, λίγα μέτρα από τις φώκιες και τα θαλασσοπούλια, δίπλα στον Ειρηνικό. Θα μπορούσε να αποτελεί μια μικρή καταληκτική τελετή. Ξεκινήσαμε από τη Νέα Υόρκη, καταλήξαμε στο Σαν Ντιέγκο: το λένε Coast to Coast - μόνο που δεν είναι αυτό το δικό μας ταξίδι.
Είναι πολλά που ακόμη δεν έχω καταλάβει. Συμβαίνει στο ταξίδι πάντα. Γεμίζει ο νους, η καρδιά, θέλει πολύ καιρό να βρει τι θα κρατήσει, που θα αποθέσει όσα πολύτιμα μαζεύτηκαν. Είναι περισσότερα που ξέχασα να σου πω. Μα είμαστε ακόμη στη μέση του δρόμου. Θα έρθει η ώρα.
|